Η Ελλάδα διαθέτει ήλιο, αέρα και ένα από τα μεγαλύτερα δυναμικά Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην Ευρώπη. Κι όμως, το ηλεκτρικό ρεύμα εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες πιέσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η νέα απότομη άνοδος της χονδρικής επαναφέρει ένα ερώτημα που δύσκολα μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως συγκυριακό: γιατί μια χώρα με τόσο μεγάλο ενεργειακό πλεονέκτημα εξακολουθεί να πληρώνει τόσο ακριβά την ηλεκτρική ενέργεια;
Το ερώτημα αυτό θέτουν με ανακοίνωσή τους οι Δημοκράτες – Προοδευτικό Κέντρο, συνδέοντας τη νέα αύξηση της χονδρικής τιμής με τις χρόνιες καθυστερήσεις στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας και με τις ολοένα μεγαλύτερες περικοπές παραγωγής από ΑΠΕ.
Και τα βασικά αριθμητικά δεδομένα πάνω στα οποία στηρίζεται η παρέμβασή τους επιβεβαιώνονται.
Από 96,98 στα 162,73 ευρώ μέσα σε μία εβδομάδα
Στις 14 Αυγούστου η μέση χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα βρισκόταν στα 96,98 ευρώ/MWh.
Στις 21 Αυγούστου έφθασε στα 162,73 ευρώ/MWh.
Πρόκειται για αύξηση περίπου 67,8% μέσα σε μόλις επτά ημέρες.
Η ΑΥΞΗΣΗ
14 Αυγούστου: 96,98 €/MWh
21 Αυγούστου: 162,73 €/MWh
Μεταβολή: +67,8%
Η αύξηση της χονδρικής δεν μεταφράζεται μηχανικά και άμεσα σε αντίστοιχη αύξηση κάθε λογαριασμού λιανικής. Επηρεάζει, όμως, το κόστος προμήθειας και αποτελεί σαφή ένδειξη της πίεσης που εξακολουθεί να υπάρχει στην αγορά.
Το παράδοξο: παράγουμε πράσινη ενέργεια και την πετάμε
Το ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα βρίσκεται αλλού.
Η Ελλάδα εγκαθιστά συνεχώς περισσότερες Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, αλλά το ηλεκτρικό σύστημα δεν έχει ακόμη αποκτήσει την αποθηκευτική δυνατότητα και την ευελιξία που απαιτούνται για να αξιοποιείται όλη αυτή η παραγωγή.
Το αποτέλεσμα είναι ότι σε περιόδους υπερπαραγωγής μέρος της διαθέσιμης πράσινης ενέργειας περικόπτεται.
Στο πρώτο τετράμηνο του 2026 οι περικοπές έφτασαν περίπου τις 876,5 GWh, έναντι 588,5 GWh το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Δηλαδή αυξήθηκαν κατά περίπου 49%.
Με απλά λόγια: την ώρα που η χώρα διαθέτει όλο και περισσότερη παραγωγή από ήλιο και αέρα, μέρος αυτής της ενέργειας δεν μπορεί να αξιοποιηθεί επειδή το σύστημα δεν διαθέτει επαρκή αποθήκευση και ευελιξία.
Η Κομισιόν έχει ήδη εντοπίσει το πρόβλημα
Το ζήτημα δεν αποτελεί νέα αποκάλυψη.
Στην Έκθεση Χώρας για την Ελλάδα το 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ότι η χώρα έχει κάνει περιορισμένη πρόοδο στην αύξηση της ευελιξίας του ενεργειακού της συστήματος και υπογραμμίζει την ανάγκη για περισσότερη αποθήκευση.
Η Κομισιόν σημειώνει επίσης ότι η Ελλάδα σχεδιάζει να προσθέσει περίπου 700 MW αποθήκευσης με μπαταρίες μέσα στο 2026, ενώ καταγράφει σημαντικές καθυστερήσεις σε κρίσιμα έργα και υψηλά επίπεδα περικοπών πράσινης παραγωγής.
Παράλληλα, το ίδιο το ελληνικό σχέδιο του Ταμείου Ανάκαμψης είχε προβλέψει στήριξη για εγκατάσταση συστημάτων αποθήκευσης συνολικής δυναμικότητας έως 1.380 MW.
Επομένως, η κυβέρνηση δύσκολα μπορεί να ισχυριστεί ότι βρέθηκε αιφνιδιασμένη από το πρόβλημα.
Ήταν γνωστό.
Υπήρχαν στόχοι.
Υπήρχε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Και υπήρχε χρόνος για να προχωρήσουν τα έργα.
Οι Δημοκράτες ζητούν συγκεκριμένες απαντήσεις
Σε αυτό ακριβώς το σημείο εστιάζει το Γραφείο Τύπου των Δημοκρατών – Προοδευτικό Κέντρο, θέτοντας μια σειρά ερωτημάτων προς την κυβέρνηση για το ενεργειακό κόστος και την πρόοδο των έργων αποθήκευσης.
Η ανακοίνωση θέτει στο επίκεντρο το βασικό πολιτικό ερώτημα: αφού το πρόβλημα ήταν γνωστό και υπήρχαν διαθέσιμοι ευρωπαϊκοί πόροι, γιατί οι απαιτούμενες υποδομές δεν αναπτύχθηκαν εγκαίρως σε κλίμακα ικανή να περιορίσει το πρόβλημα;
Οι Δημοκράτες και ο πρόεδρός τους Στέφανος Κασσελάκης ζητούν να δημοσιοποιηθούν συγκεκριμένα στοιχεία:
- πόσα χρήματα έχουν διατεθεί για την αποθήκευση ενέργειας,
- πόσα έργα έχουν πραγματικά ολοκληρωθεί,
- πόσα MW αποθήκευσης βρίσκονται σήμερα σε λειτουργία,
- πόση πράσινη ενέργεια έχει περικοπεί,
- ποιο μέρος του κόστους αυτής της δυσλειτουργίας μεταφέρεται τελικά στον καταναλωτή,
- και πότε προβλέπεται να περιοριστούν ουσιαστικά οι απώλειες.
Το Γραφείο Τύπου των Δημοκρατών συνοψίζει το ζήτημα με μία εύλογη πολιτική θέση: «ο πολίτης δεν χρωστάει να πληρώνει τις αστοχίες της κυβέρνησης».
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν έχουμε ΑΠΕ – Είναι αν μπορούμε να τις αξιοποιήσουμε
Η δημόσια συζήτηση για την ενεργειακή μετάβαση συχνά εξαντλείται στον αριθμό των φωτοβολταϊκών και των ανεμογεννητριών που εγκαθίστανται.
Αλλά μια ενεργειακή πολιτική δεν ολοκληρώνεται με την παραγωγή.
Χρειάζεται δίκτυο.
Χρειάζεται αποθήκευση.
Χρειάζονται διασυνδέσεις.
Χρειάζεται ένα σύστημα ικανό να κρατά την ενέργεια όταν παράγεται σε αφθονία και να τη διαθέτει όταν τη χρειάζεται η αγορά.
Διαφορετικά δημιουργείται ένα παράδοξο που δύσκολα εξηγείται στον πολίτη:
να έχει μια χώρα άφθονο ήλιο και αέρα, να παράγει όλο και περισσότερη φθηνή πράσινη ενέργεια, να αναγκάζεται να περικόπτει σημαντικό μέρος της και την ίδια στιγμή ο καταναλωτής να εξακολουθεί να φοβάται κάθε νέα άνοδο της τιμής του ρεύματος.
Το ερώτημα προς την κυβέρνηση είναι πλέον μετρήσιμο
Η κριτική των Δημοκρατών αποκτά ιδιαίτερο βάρος ακριβώς επειδή δεν περιορίζεται σε ένα γενικό «το ρεύμα είναι ακριβό».
Τα ερωτήματα μπορούν να απαντηθούν με αριθμούς.
Πόσα χρήματα δόθηκαν;
Τι ακριβώς κατασκευάστηκε;
Πόση αποθήκευση λειτουργεί;
Πόση ενέργεια χάθηκε επειδή δεν μπορούσε να απορροφηθεί;
Και τελικά, ποιος πληρώνει το κόστος της καθυστέρησης;
Η Ελλάδα έχει τον φυσικό πλούτο για να παράγει φθηνή καθαρή ενέργεια. Αυτό που κρίνεται πλέον είναι αν η Πολιτεία δημιούργησε εγκαίρως τις υποδομές για να τον μετατρέψει σε πραγματικό όφελος για τα νοικοκυριά και την παραγωγή.
Και όταν η χονδρική αυξάνεται κατά 67,8% μέσα σε μία εβδομάδα ενώ εκατοντάδες GWh πράσινης παραγωγής περικόπτονται, τα ερωτήματα που θέτουν οι Δημοκράτες δεν μπορούν απλώς να απορριφθούν ως αντιπολιτευτική ρητορική. Χρειάζονται συγκεκριμένες κυβερνητικές απαντήσεις.
Πηγή πολιτικής παρέμβασης: Δελτίο Τύπου Δημοκρατών – Προοδευτικό Κέντρο, 22 Αυγούστου 2026.