Μετά από σχεδόν έξι μήνες πολέμου, χιλιάδες νεκρούς, κατεστραμμένες υποδομές και μια ιρανική οικονομία υπό ασφυκτική πίεση, η Ουάσινγκτον ετοιμάζεται να χρησιμοποιήσει ακόμη ισχυρότερα το οικονομικό της όπλο. Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έχει προαναγγείλει τις «σκληρότερες κυρώσεις στην ιστορία». Η απάντηση της Τεχεράνης είναι ότι οι απειλές αποτελούν ένδειξη «απελπισίας» και ότι ούτε αυτή η επιχείρηση θα καταφέρει να γονατίσει το Ιράν.
Η αντιπαράθεση, όμως, έχει ξεπεράσει πλέον κατά πολύ τα σύνορα των δύο χωρών.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν σχεδιάζουν απλώς νέες κυρώσεις κατά ιρανικών προσώπων και επιχειρήσεων. Η νέα φάση της αμερικανικής οικονομικής πίεσης στρέφεται και προς τρίτες χώρες, επιχειρήσεις και χρηματοπιστωτικά δίκτυα που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με την Τεχεράνη.
Και αυτό φέρνει στο επίκεντρο μία πολύ μεγαλύτερη δύναμη:
την Κίνα.
«Θα καταρρεύσουμε το καθεστώς»
Ο Σκοτ Μπέσεντ δεν έκρυψε τον στόχο της αμερικανικής πολιτικής.
Μιλώντας για τον συνδυασμό αποκλεισμού και οικονομικών μέτρων, υποστήριξε ότι η Ουάσινγκτον θα επιβάλει τις σκληρότερες κυρώσεις που έχουν εφαρμοστεί ποτέ κατά του Ιράν και δήλωσε ότι ο στόχος είναι η κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος.
Η αμερικανική στρατηγική δεν περιορίζεται πλέον στην άσκηση πίεσης για μια συμφωνία.
Όταν ο ίδιος ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ μιλά δημόσια για κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος, η οικονομική πίεση αποκτά ξεκάθαρα και στόχο πολιτικής ανατροπής.
Η Τεχεράνη: «Αυτό είναι απελπισία»
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγκτσί απέρριψε τις αμερικανικές απειλές, χαρακτηρίζοντας την επιστροφή σε ακόμη σκληρότερες κυρώσεις ένδειξη αδυναμίας και όχι δύναμης.
Η ιρανική επιχειρηματολογία είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, μετά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και μήνες τεράστιας πίεσης, επιστρέφουν σε ένα εργαλείο που χρησιμοποιούν απέναντι στην Τεχεράνη εδώ και δεκαετίες χωρίς να έχουν επιτύχει την πολιτική κατάρρευσή της.
Ο Αραγκτσί κάλεσε την Ουάσινγκτον, εάν πραγματικά επιθυμεί συμφωνία, να αντιμετωπίσει το Ιράν με σεβασμό και να αναζητήσει λύση μέσω διαπραγμάτευσης.
Έξι μήνες πολέμου – Και χιλιάδες νεκροί
Η σημερινή αντιπαράθεση δεν μπορεί να αποκοπεί από όσα έχουν προηγηθεί.
Από τις 28 Φεβρουαρίου, όταν Ηνωμένες Πολιτείες και Ισραήλ ξεκίνησαν αεροπορικές επιθέσεις κατά του Ιράν, χιλιάδες άνθρωποι έχουν σκοτωθεί και κρίσιμες ιρανικές υποδομές έχουν υποστεί σοβαρότατες ζημιές.
Η ιρανική οικονομία βρίσκεται ήδη υπό τεράστια πίεση από τις διεθνείς κυρώσεις και τις συνέπειες του πολέμου.
Παρά τα πλήγματα, όμως, η Τεχεράνη δεν έχει υποχωρήσει.
Και αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η Ουάσινγκτον περνά τώρα στην επόμενη φάση οικονομικής πίεσης.
Το αμερικανικό μήνυμα πλέον αφορά και τις άλλες χώρες
Η σημαντικότερη αλλαγή βρίσκεται στις λεγόμενες δευτερογενείς κυρώσεις.
Με απλά λόγια, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν την πρόσβαση στο δολάριο και στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα ως μοχλό πίεσης όχι μόνο απέναντι στο Ιράν, αλλά και απέναντι σε όσους συνεχίζουν να κάνουν δουλειές μαζί του.
Το δίλημμα που διαμορφώνεται είναι σκληρό:
Συναλλάσσεσαι με το Ιράν;
Τότε μπορεί να βρεθείς αντιμέτωπος με περιορισμούς στην πρόσβασή σου στο αμερικανικό οικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ήδη προειδοποιήσει για οικονομικές συνέπειες σε οποιαδήποτε χώρα προσφέρει οικονομική «σανίδα σωτηρίας» στην Τεχεράνη.
Και εδώ εμφανίζεται η Κίνα
Το μεγάλο πρόβλημα για την Ουάσινγκτον είναι ότι ο σημαντικότερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου δεν είναι μια μικρή χώρα που μπορεί εύκολα να πιεστεί.
Είναι η Κίνα.
Σύμφωνα με στοιχεία της Kpler για το 2025, περισσότερο από το 80% των θαλάσσιων εξαγωγών ιρανικού πετρελαίου κατευθυνόταν προς την Κίνα.
Το Πεκίνο απάντησε ήδη ότι αντιτίθεται στις μονομερείς κυρώσεις και ότι θα λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία των νόμιμων συμφερόντων του.
Έτσι, η προσπάθεια οικονομικής απομόνωσης του Ιράν κινδυνεύει να δημιουργήσει ένα δεύτερο μέτωπο αντιπαράθεσης:
ΗΠΑ – Κίνα.
Το πραγματικό όπλο του Ιράν βρίσκεται στο Ορμούζ
Το Ιράν μπορεί να έχει υποστεί σοβαρότατα στρατιωτικά πλήγματα, όμως διατηρεί ένα εξαιρετικά ισχυρό γεωπολιτικό χαρτί:
το Στενό του Ορμούζ.
Πριν από τον πόλεμο, περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου περνούσε από αυτή τη στενή θαλάσσια δίοδο.
Σήμερα η κίνηση έχει περιοριστεί δραματικά, ενώ η Τεχεράνη απειλεί δεξαμενόπλοια που επιχειρούν να περάσουν χωρίς την έγκρισή της.
Η κρίση έχει ήδη επηρεάσει τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και έχει αυξήσει δραματικά το κόστος και τον κίνδυνο των μεταφορών στον Περσικό Κόλπο.
Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο:
Οι ΗΠΑ μπορούν να προκαλέσουν τεράστια οικονομική ζημιά στο Ιράν.
Το Ιράν όμως βρίσκεται δίπλα σε μια από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη.
Όσο αυξάνεται η πίεση στην Τεχεράνη, τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος ο λογαριασμός να περάσει στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Το Πακιστάν επιχειρεί να ανοίξει δρόμο διαπραγμάτευσης
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο αρχηγός του στρατού του Πακιστάν Ασίμ Μουνίρ αναμένεται στην Τεχεράνη, καθώς το Ισλαμαμπάντ επιχειρεί να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής.
Η ιρανική ηγεσία εξακολουθεί να δηλώνει ότι υπάρχει χώρος για διπλωματική λύση, αλλά όχι υπό όρους που θα εκλαμβάνονταν στην Τεχεράνη ως παράδοση.
Ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν έχει ταχθεί υπέρ του τερματισμού του πολέμου μέσω διαπραγμάτευσης, υποστηρίζοντας όμως ότι αυτό πρέπει να γίνει όσο το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει διαπραγματευτική ισχύ.
Ποιος τελικά θα λυγίσει πρώτος;
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν συντριπτικά μεγαλύτερη οικονομική και στρατιωτική ισχύ.
Το Ιράν έχει ήδη πληρώσει τεράστιο τίμημα.
Όμως έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, η Τεχεράνη παραμένει όρθια και εξακολουθεί να διαθέτει πυραύλους, drones και κυρίως τη δυνατότητα να προκαλεί σοβαρές αναταράξεις στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά μέσω του Ορμούζ.
Η επόμενη αμερικανική κίνηση επιχειρεί λοιπόν κάτι μεγαλύτερο από μια ακόμη δέσμη κυρώσεων:
να αναγκάσει και τον υπόλοιπο κόσμο να επιλέξει πλευρά.
Η Ουάσινγκτον ποντάρει ότι η οικονομική ασφυξία θα αναγκάσει τελικά την Τεχεράνη να υποχωρήσει.
Το Ιράν ποντάρει ότι μπορεί να κάνει το κόστος της σύγκρουσης τόσο μεγάλο για την παγκόσμια οικονομία ώστε η πίεση να επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες και στους συμμάχους τους.
Και ανάμεσα στις δύο στρατηγικές βρίσκονται το πετρέλαιο, η Κίνα, το Στενό του Ορμούζ και μια παγκόσμια οικονομία που μπορεί να πληρώσει έναν πόλεμο στον οποίο δεν αποφάσισε ποτέ να συμμετάσχει.