Είκοσι μία συγκεκριμένες καταγγελίες. Ονόματα. Υπηρεσίες. Διοικητικές πράξεις. Υποθέσεις δωροδοκίας. Τα Τέμπη. Ιατροδικαστικές εκθέσεις. Μεταθέσεις. Ένα πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Και μία εν ενεργεία ιατροδικαστής που δηλώνει δημοσίως ότι διαθέτει τεκμήρια για όσα καταγγέλλει.
Η ανοιχτή επιστολή της Αποστολίας Ακριβούση, Ιατροδικαστή Β΄ Τάξεως και επί περίπου 15 χρόνια προϊσταμένης της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Λαμίας, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν μία ακόμη υπηρεσιακή αντιπαράθεση.
Οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνει είναι εξαιρετικά σοβαροί. Αγγίζουν τη λειτουργία ολόκληρου του συστήματος των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών, την Υπηρεσιακή Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης Βασιλική Γιαβή, στελέχη των υπηρεσιών και, αναπόφευκτα, την πολιτική ευθύνη του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη.
Μία κρίσιμη δημοσιογραφική διευκρίνιση: οι καταγγελίες της Ακριβούση αποτελούν ισχυρισμούς της ίδιας και δεν μπορούν να παρουσιαστούν ως αποδεδειγμένα ποινικά αδικήματα χωρίς δικαστική κρίση. Ακριβώς όμως επειδή είναι επώνυμες, εξαιρετικά συγκεκριμένες και συνοδεύονται —όπως δηλώνει— από τεκμήρια, γεννάται ένα αυτονόητο ερώτημα: έχουν ελεγχθεί μία προς μία από τις αρμόδιες εισαγγελικές και διοικητικές αρχές;
Πρώτα μια αποκάλυψη που αλλάζει το πλαίσιο: η επιστολή δεν είναι σημερινή
Η συγκεκριμένη ανοιχτή επιστολή δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά σήμερα.
Η έρευνα της Αληθένειας εντοπίζει το ίδιο κείμενο δημοσιευμένο ήδη από το 2025, μεταξύ άλλων σε δημοσιεύματα που αναπαρήγαγαν αυτούσια την καταγγελία της Αποστολίας Ακριβούση.
Και αυτό κάνει την υπόθεση ακόμη πιο σοβαρή.
Γιατί αν μια εν ενεργεία ιατροδικαστής είχε ήδη καταθέσει δημοσίως τέτοιου μεγέθους καταγγελίες, το ερώτημα δεν είναι μόνο «τι καταγγέλλει;».
Είναι και:
Τι έγινε από τότε;
Ποιες από τις 21 καταγγελίες ερευνήθηκαν;
Ποιες μπήκαν στο αρχείο και με ποια αιτιολογία;
Για ποιες ασκήθηκαν πειθαρχικοί ή ποινικοί έλεγχοι;
Ποιες διαψεύστηκαν με έγγραφα;
Και ποιες παραμένουν ακόμη χωρίς δημόσια απάντηση;
Η Ακριβούση μιλά για «απηνή διωγμό»
Η ιατροδικαστής υποστηρίζει ότι τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε «απηνή διωγμό» και κατονομάζει ως βασικά πρόσωπα την Υπηρεσιακή Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης Βασιλική Γιαβή και τον Νικόλαο Καρακούκη.
Συνδέει μάλιστα με αυτή την κατάσταση τη μετάθεσή της από τη Λαμία στη Θεσσαλονίκη, την οποία χαρακτηρίζει μεθοδευμένη και προδιαγεγραμμένη.
Η ίδια δηλώνει ότι διαθέτει στοιχεία που, κατά την άποψή της, αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς της.
Η μεταγενέστερη εξέλιξη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: τον Μάιο του 2026 δημοσιεύθηκε ότι η Ακριβούση αθωώθηκε ομόφωνα από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας για κατηγορία κατ’ εξακολούθηση παράβασης καθήκοντος, με σύμφωνη εισαγγελική πρόταση.
Η αθώωσή της δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι είναι αληθείς όλες οι δικές της καταγγελίες. Καθιστά όμως ακόμη πιο αδύναμο το επιχείρημα ότι μπορεί κανείς απλώς να απαξιώσει τη φωνή της ως ενός υπαλλήλου που «είχε μπλεξίματα με την υπηρεσία».
Προϊστάμενοι με βαθμό που ο νόμος δεν φαίνεται να επιτρέπει
Ένα από τα πιο εύκολα σημεία να ελεγχθούν αντικειμενικά αφορά τις καταγγελίες για τον ορισμό προϊσταμένων.
Η Ακριβούση υποστηρίζει ότι ορίστηκαν ως προϊστάμενοι ιατροδικαστές Δ΄ Τάξεως, μεταξύ άλλων στη Λαμία και στην Αθήνα.
Ο ν. 3772/2009 πράγματι καθορίζει συγκεκριμένη ιεραρχία και προϋποθέσεις.
Για προϊστάμενο Τοπικής Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας προβλέπει επιλογή από ιατροδικαστές Α΄ Τάξεως, ελλείψει αυτών Β΄ Τάξεως και, αν ούτε αυτοί υπάρχουν ή επαρκούν, από Γ΄ Τάξεως με συγκεκριμένη υπηρεσία στον βαθμό.
Δ΄ Τάξη δεν περιλαμβάνεται στη συγκεκριμένη διάταξη ως βαθμός από τον οποίο επιλέγεται προϊστάμενος.
Αυτό δεν αρκεί από μόνο του για να κριθεί η νομιμότητα κάθε συγκεκριμένης διοικητικής πράξης — χρειάζεται να εξεταστεί το ακριβές καθεστώς, οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις και η πράξη διορισμού.
Αρκεί όμως για να καταστήσει την καταγγελία απολύτως ελέγξιμη και όχι αόριστη.
Τέμπη: Η βαρύτερη καταγγελία
Το πιο ευαίσθητο σημείο της επιστολής αφορά το έγκλημα των Τεμπών.
Η Ακριβούση υποστηρίζει ότι επτά κατά τόπον αναρμόδιοι ιατροδικαστές μετακινήθηκαν στη Λάρισα και καταγγέλλει ότι στην ιατροδικαστική διερεύνηση δεν πραγματοποιήθηκαν τοξικολογικές εξετάσεις που, κατά την άποψή της, έπρεπε να είχαν διενεργηθεί στο πλαίσιο μιας μαζικής καταστροφής.
Η υπόθεση χρειάζεται μεγάλη ακρίβεια.
Από επίσημο κοινοβουλευτικό υλικό προκύπτει ότι πράγματι δόθηκε εντολή σε ιατροδικαστές και άλλων περιοχών, κυρίως Αθήνας και Θεσσαλονίκης, να μεταβούν στη Λάρισα για να συνδράμουν.
Στο ίδιο υλικό αναφέρεται όμως ότι σχετική υπόθεση περί παράβασης καθήκοντος τέθηκε στο αρχείο από Αντεισαγγελέα Εφετών, καθώς δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις.
Αυτό είναι κρίσιμο και δεν πρέπει να αποκρύπτεται.
Παραμένει όμως ξεχωριστό το τεχνικό και επιστημονικό ερώτημα για το εύρος των εξετάσεων που πραγματοποιήθηκαν στις σορούς και αν ακολουθήθηκαν όλα τα απαιτούμενα πρωτόκολλα.
Στα Τέμπη δεν χωρούν συνθήματα. Χρειάζεται να απαντηθεί με έγγραφα ποιος έδωσε κάθε εντολή, τι εξετάσεις ζητήθηκαν, ποιες πραγματοποιήθηκαν, ποιες όχι και για ποιον επιστημονικό ή υπηρεσιακό λόγο.
Υπηρεσίες χωρίς νεκροτόμους, νεκροτομές που δεν γίνονται και πολίτες σε αναμονή
Μεγάλο μέρος της επιστολής περιγράφει ένα σύστημα το οποίο, κατά την Ακριβούση, σε αρκετές περιοχές της χώρας λειτουργούσε είτε αποσπασματικά είτε καθόλου.
Καταγγέλλει προβλήματα στην Κοζάνη, στο Ναύπλιο, στην Καλαμάτα, στον Πειραιά, στην Αθήνα, στη Λάρισα και στην Πάτρα.
Ο κοινός παρονομαστής είναι η υποστελέχωση, η έλλειψη νεκροτόμων, η περιορισμένη λειτουργία νεκροτομείων, οι μετακινήσεις προσωπικού και οι καθυστερήσεις.
Και εδώ υπάρχει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον στοιχείο.
Ο ίδιος ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης, παρουσιάζοντας τον Νοέμβριο του 2025 τη νέα οργάνωση των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών, περιέγραψε την προηγούμενη κατάσταση ως «πλήρη διάλυση» και «εξαιρετικά κακή».
Η υπηρεσιακή ηγεσία μίλησε επίσης δημόσια για έλλειψη σχεδιασμού, εγκαταλελειμμένες υποδομές και περιπτώσεις όπου απαιτούνταν χρόνια για την ολοκλήρωση ιατροδικαστικών εκθέσεων.
Και εδώ δημιουργείται η μεγάλη πολιτική αντίφαση:
Όταν η Ακριβούση περιγράφει χάος, το Υπουργείο μπορεί να τη θεωρεί καταγγέλλουσα με προσωπική αντιδικία.
Όταν όμως ο ίδιος ο Φλωρίδης μιλά αργότερα για υπηρεσίες σε κατάσταση «πλήρους διάλυσης», τότε ένα σημαντικό μέρος του γενικού πλαισίου των καταγγελιών παύει να μπορεί να απορριφθεί ως φαντασίωση.
Καταγγελίες για «γρηγορόσημα» και δωροδοκίες
Ακόμη βαρύτερες είναι οι αναφορές της Ακριβούση σε φαινόμενα δωροδοκίας και παράνομων ιδιωτικών πράξεων μέσα σε νεκροτομεία.
Η επιστολή αναφέρεται μεταξύ άλλων σε καταγγελλόμενα «γρηγορόσημα», σε νεκροτόμο που φέρεται να είχε συλληφθεί και διωχθεί για δωροδοκία και σε ιδιωτικές πράξεις και ταριχεύσεις για τις οποίες, κατά την καταγγέλλουσα, δεν υπήρξε επαρκής διοικητικός έλεγχος.
Αυτές είναι καταγγελίες ποινικού χαρακτήρα και δεν μπορούν να υιοθετηθούν ως αποδεδειγμένα γεγονότα χωρίς τα αντίστοιχα δικαστικά στοιχεία.
Υπάρχουν όμως και μεταγενέστερα δημοσιεύματα που αναφέρονται σε έγγραφα σχετικά με υποθέσεις καταγγελλόμενων αμοιβών προς πρόσωπα σε ιατροδικαστικές υπηρεσίες.
Επομένως, η μόνη σοβαρή θεσμική απάντηση είναι πλήρης έρευνα — όχι σιωπή.
Η σύμβαση της τεχνητής νοημοσύνης και το συγγενικό πρόσωπο
Η 21η καταγγελία της Ακριβούση αγγίζει μία υπόθεση που έχει ήδη ξεφύγει από τα όρια της δικής της επιστολής.
Αφορά πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης στις Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες, συνολικής αξίας εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, και ισχυρισμό περί οικονομικής ωφέλειας συγγενικού προσώπου της Υπηρεσιακής Γραμματέως.
Το in είχε ήδη δημοσιεύσει σχετική έρευνα για την προγραμματική σύμβαση και είχε αναφέρει ότι η υπόθεση εξεταζόταν από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Η Βασιλική Γιαβή αντέδρασε με πολυσέλιδη εξώδικη δήλωση στο δημοσίευμα, αμφισβητώντας όσα της αποδίδονταν.
Το γεγονός ότι υπήρξε εξώδικη απάντηση έχει σημασία: η δική της θέση πρέπει να καταγράφεται και δεν μπορεί να παρουσιάζεται η αρχική δημοσιογραφική καταγγελία ως τελεσίδικα αποδεδειγμένη.
Ταυτόχρονα όμως, το ίδιο το Υπουργείο παρουσίασε αργότερα επίσημα την ανάπτυξη συστήματος τεχνητής νοημοσύνης ως κεντρικό μέρος της αναδιοργάνωσης των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών.
Άρα υπάρχουν πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα που μπορούν να απαντηθούν:
- ποιο ήταν ακριβώς το συνολικό κόστος του έργου,
- ποιοι ήταν οι συμβαλλόμενοι και οι υπεργολάβοι,
- ποια φυσικά πρόσωπα αμείφθηκαν και με ποια διαδικασία,
- ποιο έργο παραδόθηκε,
- ποιο μέρος του λειτουργεί σήμερα,
- και αν πράγματι υπάρχει ενεργή έρευνα ευρωπαϊκής ή ελληνικής εισαγγελικής αρχής, σε ποιο στάδιο βρίσκεται.
Και ο Φλωρίδης πού βρίσκεται σε όλα αυτά;
Η Ακριβούση εστιάζει μεγάλο μέρος της επιστολής της στην Υπηρεσιακή Γραμματέα.
Αυτό όμως δεν απαλλάσσει την πολιτική ηγεσία.
Ο Γιώργος Φλωρίδης είναι ο υπουργός Δικαιοσύνης.
Επί των ημερών του ψηφίστηκε ο ν. 5172/2025.
Επί των ημερών του δημιουργήθηκε η νέα Γενική Διεύθυνση Ιατροδικαστικής.
Επί των ημερών του εφαρμόστηκε το νέο σύστημα.
Επί των ημερών του παρουσιάστηκε ως μεγάλη μεταρρύθμιση η τεχνητή νοημοσύνη στις νεκροψίες και τις νεκροτομές.
Και ο ίδιος ο υπουργός δήλωσε δημοσίως ότι παρέλαβε ένα σύστημα σε «πλήρη διάλυση».
Κύριε Φλωρίδη, εδώ δεν αρκεί το «αναδιοργανώσαμε τις υπηρεσίες».
Όταν μια εν ενεργεία ιατροδικαστής καταγγέλλει με ονοματεπώνυμα 21 περιπτώσεις που περιλαμβάνουν φερόμενες παράνομες διοικητικές πράξεις, καταγγελίες δωροδοκιών, προβλήματα σε νεκροτομεία, Τέμπη και μια αμφισβητούμενη χρηματοδοτούμενη σύμβαση, ο αρμόδιος υπουργός έχει πολιτική υποχρέωση να πει δημόσια:
ποιο από αυτά ερευνήθηκε και ποιο είναι το αποτέλεσμα.
Η «αναδιοργάνωση» δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κολυμβήθρα
Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει τον νόμο του 2025 και τη νέα Γενική Διεύθυνση ως ριζική τομή.
Ακόμη και αν δεχθούμε ότι η μεταρρύθμιση διορθώνει πραγματικές χρόνιες παθογένειες, υπάρχει ένα θέμα που δεν μπορεί να εξαφανίσει:
η μεταρρύθμιση του αύριο δεν διαγράφει όσα ενδέχεται να συνέβησαν χθες.
Αν υπήρξαν παράνομες πράξεις, πρέπει να ερευνηθούν.
Αν υπήρξαν αυθαίρετοι διορισμοί, πρέπει να ελεγχθούν.
Αν υπήρξαν δωροδοκίες, πρέπει να φτάσουν στη Δικαιοσύνη.
Αν οι καταγγελίες είναι ψευδείς, πρέπει να αποδειχθεί επίσης.
Και αν μια δημόσια λειτουργός διαθέτει πράγματι τα τεκμήρια που δηλώνει ότι έχει, αυτά πρέπει να βρίσκονται σε εισαγγελικά χέρια.
21 καταγγελίες – 21 απαντήσεις
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη και το Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν χρειάζεται να απαντήσουν σε χαρακτηρισμούς.
Χρειάζεται να απαντήσουν στα πραγματικά ερωτήματα.
- Υπήρξαν διορισμοί προϊσταμένων με βαθμό που δεν προβλεπόταν από τον νόμο;
- Ποιος έδωσε τις εντολές για τις ιατροδικαστικές ομάδες στα Τέμπη;
- Ποιες τοξικολογικές και ιστολογικές εξετάσεις πραγματοποιήθηκαν;
- Γιατί συγκεκριμένες υπηρεσίες έμειναν για μεγάλα διαστήματα χωρίς πλήρη λειτουργία;
- Πόσες υποθέσεις δωροδοκίας ή παράνομων ιδιωτικών πράξεων ερευνήθηκαν;
- Υπήρξαν υπάλληλοι με ποινικές εκκρεμότητες που παρέμειναν ενεργοί και με ποια νομική βάση;
- Πόσο κόστισε η μετακίνηση ιατροδικαστών μεταξύ υπηρεσιών;
- Ποιο είναι το πλήρες οικονομικό και συμβατικό ιστορικό του έργου τεχνητής νοημοσύνης;
- Και κυρίως: τι απέγιναν τα «τεκμήρια» που η Αποστολία Ακριβούση δηλώνει ότι έχει καταθέσει ή είναι έτοιμη να καταθέσει;
Το θέμα πλέον δεν είναι αν συμπαθεί κανείς την Ακριβούση, τη Γιαβή, τον Καρακούκη ή τον Φλωρίδη.
Το θέμα είναι ότι μια δημόσια λειτουργός έχει βάλει την υπογραφή της κάτω από 21 εξαιρετικά βαριές και συγκεκριμένες καταγγελίες και δηλώνει ότι διαθέτει αποδεικτικό υλικό.
Αν λέει ψέματα, πρέπει να αποδειχθεί. Αν λέει αλήθεια έστω και σε μέρος όσων καταγγέλλει, το ζήτημα είναι θεσμικά εκρηκτικό.
Και μετά από έναν χρόνο δημοσιότητας, η σιωπή δεν είναι απάντηση. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη και ο Γιώργος Φλωρίδης οφείλουν πλέον κάτι πολύ απλό: 21 καταγγελίες, 21 συγκεκριμένες απαντήσεις.