Ο Αντώνης Σαμαράς δεν έχει ακόμη ανακοινώσει νέο κόμμα, όμως η πιθανότητα μιας πολιτικής κίνησης από τα δεξιά της ΝΔ παύει να είναι απλώς παραπολιτικό σενάριο. Η νέα μέτρηση της Interview καταγράφει έναν σταθερό πυρήνα 12% που δηλώνει «πολύ» ή «αρκετά» πιθανό να στηρίξει έναν φορέα υπό τον πρώην πρωθυπουργό, ενώ ακόμη 8% δεν κλείνει εντελώς την πόρτα. Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη το πρόβλημα είναι προφανές: η πίεση δεν έρχεται πλέον μόνο από την αντιπολίτευση, αλλά και από την ίδια πολιτική πολυκατοικία της ΝΔ.
Το πραγματικό καμπανάκι για το Μαξίμου: Το 12% αποτυπώνει τη σταθερή δυνητική δεξαμενή μιας πιθανής κίνησης Σαμαρά. Το πρόσθετο 8% δείχνει ότι υπάρχει και ευρύτερο ακροατήριο που δεν απορρίπτει εξαρχής την επιλογή. Δεν είναι εκλογικό αποτέλεσμα — είναι όμως αρκετό πολιτικό έδαφος για να προκαλέσει σοβαρή ζημιά στη ΝΔ αν ένα μέρος του προέρχεται από τη σημερινή ή πρώην εκλογική της βάση.
Το 12% δεν υποχωρεί – Και αυτό είναι το πρόβλημα
Στη νέα δημοσκόπηση της Interview, το 6% δηλώνει ότι είναι «πολύ πιθανό» να ψηφίσει ένα κόμμα με επικεφαλής τον Αντώνη Σαμαρά και ακόμη 6% ότι είναι «αρκετά πιθανό».
Ο πυρήνας φτάνει έτσι στο 12%. Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η σταθερότητα του ποσοστού: και στην προηγούμενη μέτρηση της ίδιας εταιρείας, τον Ιούλιο, το άθροισμα των δύο κατηγοριών ήταν πάλι 12%.
Γύρω από αυτόν τον πυρήνα υπάρχει και ένα πρόσθετο 8% που απαντά ότι είναι «λίγο πιθανό» να στηρίξει μια τέτοια κίνηση. Πρόκειται για δυνητικό ακροατήριο, όχι για έτοιμη ψήφο. Πολιτικά, όμως, η εικόνα δείχνει ότι ο Σαμαράς δεν ξεκινά από το μηδέν.
Και εδώ αρχίζει ο πονοκέφαλος για τον Μητσοτάκη: Ένα κόμμα Σαμαρά δεν χρειάζεται να γίνει πρώτο, δεύτερο ή ακόμη και τρίτο για να ανατρέψει τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς. Αρκεί να αφαιρέσει κρίσιμες μονάδες από μια ΝΔ που χρειάζεται κάθε ψήφο για να διατηρήσει ζωντανό το αφήγημα της αυτοδυναμίας.
Ο αντίπαλος που πονά περισσότερο γιατί έρχεται από τα δεξιά
Η απειλή ενός κόμματος Σαμαρά έχει διαφορετικό χαρακτήρα από την πίεση που δέχεται η κυβέρνηση από την Κεντροαριστερά. Ο πρώην πρωθυπουργός διεκδικεί πολιτικό χώρο μέσα στην ίδια ιστορική δεξαμενή από την οποία αντλεί η Νέα Δημοκρατία.
Η κριτική του προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη έχει άλλωστε συγκεκριμένη κατεύθυνση: κατηγορεί τη σημερινή ηγεσία ότι απομάκρυνε τη ΝΔ από την παραδοσιακή πολιτική και ιδεολογική της φυσιογνωμία, μετατοπίζοντάς την προς το Κέντρο.
Αυτό δίνει στη σύγκρουση μεγαλύτερο βάθος. Δεν πρόκειται απλώς για τη διαμάχη δύο πολιτικών προσώπων. Πρόκειται για μάχη σχετικά με το ποιος έχει δικαίωμα να εκπροσωπεί τη συντηρητική και παραδοσιακή δεξιά βάση.
Οι προετοιμασίες έχουν φύγει από το επίπεδο της φημολογίας
Οι πληροφορίες που κυκλοφορούν το τελευταίο διάστημα δεν περιορίζονται πλέον στο εάν ο Αντώνης Σαμαράς σκέφτεται να δημιουργήσει νέο κόμμα.
Έχουν καταγραφεί επαφές με πολιτικά στελέχη και συζητήσεις για πρόσωπα που θα μπορούσαν να στελεχώσουν ψηφοδέλτια, ένδειξη ότι τουλάχιστον η οργανωτική προεργασία έχει προχωρήσει πέρα από μια θεωρητική συζήτηση.
Ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός έχει επιλέξει να μη βάλει τέλος στα σενάρια. Αντίθετα, έχει δηλώσει ότι έχει πάρει τις αποφάσεις του και ότι θα τις ανακοινώσει «όταν και όπως πρέπει».
Άρα το ερώτημα μετατοπίζεται: Δεν είναι πια μόνο «θα κάνει κόμμα;». Είναι πότε θα επιλέξει να εμφανίσει επίσημα την κίνησή του και πόσο χρόνο θέλει να δώσει στον νέο φορέα για να οργανωθεί πριν από τις εθνικές εκλογές.
Το δίλημμα του χρόνου: Νωρίς για να οργανωθεί ή αργά για να αιφνιδιάσει;
Η ανακοίνωση ενός νέου κόμματος αρκετούς μήνες πριν από τις εκλογές θα έδινε στον Σαμαρά τον χρόνο να συγκροτήσει οργανώσεις, να κλείσει ψηφοδέλτια, να δοκιμάσει πρόσωπα και να μετατρέψει τη δυνητική δημοσκοπική δεξαμενή σε πραγματική πολιτική δύναμη.
Θα έδινε όμως και στην κυβέρνηση χρόνο να αντιδράσει, να πιέσει στελέχη που εξετάζουν μετακίνηση και να επιχειρήσει να επανασυσπειρώσει τους δεξιούς ψηφοφόρους της.
Από την άλλη πλευρά, μια ανακοίνωση πιο κοντά στις κάλπες θα διατηρούσε το στοιχείο του αιφνιδιασμού και θα περιόριζε τον χρόνο αντίδρασης του Μαξίμου, αλλά θα άφηνε μικρότερα περιθώρια για οργανωτική ανάπτυξη.
Αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα που αντιμετωπίζει πλέον ο πρώην πρωθυπουργός.
Η σύγκρουση με τον Μητσοτάκη δεν κρύβεται πια
Ο Αντώνης Σαμαράς έχει περάσει εδώ και καιρό από τις έμμεσες αιχμές στην ανοιχτή πολιτική σύγκρουση με την κυβέρνηση.
Έχει επιτεθεί στην οικονομική πολιτική, στην εξωτερική πολιτική και κυρίως στη φυσιογνωμία που έχει αποκτήσει η Νέα Δημοκρατία υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Έχει μάλιστα απορρίψει την κατηγορία ότι μια δική του πολιτική κίνηση θα είναι υπεύθυνη για ενδεχόμενη εκλογική αποδυνάμωση της ΝΔ, επιστρέφοντας την ευθύνη στη σημερινή ηγεσία και στις επιλογές της.
Το μήνυμα είναι καθαρό: εάν προχωρήσει, δεν θα εμφανιστεί ως συμπληρωματική δύναμη της ΝΔ, αλλά ως πολιτικός αντίπαλος του ίδιου του Μητσοτάκη μέσα στον χώρο της Δεξιάς.
Και αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο σημείο για την κυβέρνηση: Το Μαξίμου μπορεί να επιτεθεί σε έναν εξωτερικό πολιτικό αντίπαλο. Πολύ δυσκολότερα αντιμετωπίζει έναν πρώην πρωθυπουργό της ίδιας παράταξης που γνωρίζει το κόμμα, τα στελέχη, τις οργανώσεις και — κυρίως — το κοινό που θεωρεί ότι η σημερινή ΝΔ δεν το εκφράζει πια.
Ο Μητσοτάκης κινδυνεύει να πληρώσει τη δική του μετατόπιση
Για χρόνια ο Κυριάκος Μητσοτάκης επένδυσε στην πολιτική διεύρυνση προς το Κέντρο, ενσωματώνοντας πρόσωπα και πολιτικές αναφορές που ξεπερνούσαν τα παραδοσιακά όρια της Νέας Δημοκρατίας.
Η στρατηγική αυτή του απέδωσε εκλογικά όταν η ΝΔ κυριαρχούσε. Όταν όμως τα ποσοστά υποχωρούν, το ερώτημα αντιστρέφεται: πόσο συμπαγής παραμένει η δεξιά πλευρά της παράταξης και πόσοι ψηφοφόροι είναι πρόθυμοι να ακολουθήσουν κάποιον που τους υπόσχεται επιστροφή σε μια διαφορετική ΝΔ;
Η δημοσκοπική δεξαμενή γύρω από τον Σαμαρά δεν δίνει ακόμη την απάντηση. Δείχνει όμως ότι το ερώτημα υπάρχει — και για το Μαξίμου αυτό αρκεί ώστε το ενδεχόμενο νέου κόμματος να μην μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται με ειρωνείες ή αδιαφορία.
Ο Σαμαράς δεν χρειάζεται να πάρει 12% για να κάνει ζημιά στον Μητσοτάκη. Χρειάζεται απλώς να αποσπάσει αρκετούς από εκείνους που κάποτε θεωρούσαν αυτονόητη τη Νέα Δημοκρατία και σήμερα δεν τη θεωρούν πια δική τους. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει το 12% — και το επιπλέον 8% γύρω του — πολιτικά επικίνδυνο για το Μαξίμου. Όχι επειδή προδικάζει το αποτέλεσμα, αλλά επειδή αποκαλύπτει ότι στα δεξιά της ΝΔ υπάρχει χώρος. Και ο Σαμαράς φαίνεται αποφασισμένος να δοκιμάσει αν μπορεί να τον καταλάβει.