Ο λογαριασμός των υποκλοπών επιστρέφει από το Στρασβούργο και αυτή τη φορά η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται μπροστά σε μια εξέλιξη που μπορεί να μετατρέψει ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά σκάνδαλα της τελευταίας τετραετίας σε ευρωπαϊκή καταδίκη της χώρας. Πληροφορίες που μεταδίδονται για την εκκρεμή προσφυγή του Νίκου Ανδρουλάκη αναφέρουν ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου οδεύει προς δυσμενή απόφαση για την Ελλάδα, σε μια υπόθεση που αγγίζει τον σκληρό πυρήνα του απορρήτου των επικοινωνιών, της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και του κράτους δικαίου.
Το πολιτικό βάρος είναι τεράστιο: ένας αρχηγός κοινοβουλευτικού κόμματος παρακολουθήθηκε από την ΕΥΠ, η οποία είχε τεθεί υπό την άμεση εποπτεία του πρωθυπουργού, και τέσσερα χρόνια αργότερα εξακολουθεί να διεκδικεί στο Στρασβούργο το αυτονόητο: να μάθει για ποιον λόγο το ελληνικό κράτος τον έθεσε υπό παρακολούθηση.
Πληροφορίες από το Στρασβούργο δείχνουν προς καταδίκη
Η προσφυγή του Νίκου Ανδρουλάκη βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και έχει τεθεί σε διαδικασία κατά προτεραιότητα εξέτασης.
Οι πληροφορίες που μεταδίδονται για την πορεία της υπόθεσης δείχνουν προς καταδικαστική απόφαση για την Ελλάδα, με επίκεντρο την προστασία του απορρήτου, τις εγγυήσεις απέναντι στη μυστική κρατική παρακολούθηση και τη δυνατότητα του πολίτη να πληροφορείται και να προσβάλλει αποτελεσματικά ένα τόσο ακραίο κρατικό μέτρο.
Για την κυβέρνηση, το Στρασβούργο είναι πλέον ο τόπος όπου θα κριθεί ευρωπαϊκά μια υπόθεση που στο εσωτερικό της χώρας πέρασε από παραιτήσεις, εξεταστικές επιτροπές, δικαστικές αποφάσεις, αρχειοθετήσεις και χρόνια άρνησης να δοθεί η πλήρης απάντηση στο πιο απλό ερώτημα: γιατί παρακολουθήθηκε ο Νίκος Ανδρουλάκης;
Η ΕΥΠ τον παρακολουθούσε ενώ διεκδικούσε την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ
Η επίσημη δικογραφία της υπόθεσης στο ΕΔΔΑ καταγράφει ότι οι επικοινωνίες του Ανδρουλάκη παρακολουθούνταν από την ΕΥΠ το φθινόπωρο του 2021, την ίδια περίοδο που είχε ήδη ανακοινώσει την υποψηφιότητά του για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ.
Η ΑΔΑΕ τον ενημέρωσε το 2024 ότι το κινητό του είχε τεθεί υπό επισύνδεση από τις 14 Σεπτεμβρίου έως τις 17 Δεκεμβρίου 2021.
Στις 21 Σεπτεμβρίου 2021 καταγράφηκε παράλληλα και η απόπειρα παγίδευσης του κινητού του με το Predator μέσω κακόβουλου συνδέσμου.
Ο Ανδρουλάκης εξελέγη πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Η κρατική παρακολούθηση σταμάτησε την ίδια περίοδο.
Το χρονικό είναι αμείλικτο: υποψήφιος για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, υπό παρακολούθηση από την ΕΥΠ, στόχος Predator και στη συνέχεια αρχηγός κόμματος. Κι όμως, μέχρι σήμερα δεν του έχει δοθεί η συγκεκριμένη αιτιολογία για την οποία το κράτος παρακολουθούσε τις επικοινωνίες του.
Η ΕΥΠ είχε περάσει απευθείας στον πρωθυπουργό
Το πολιτικό σκέλος της υπόθεσης δεν μπορεί να αποκοπεί από μια κρίσιμη κυβερνητική επιλογή.
Μετά την ανάληψη της εξουσίας από τη Νέα Δημοκρατία το 2019, η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών τέθηκε υπό την άμεση εποπτεία του πρωθυπουργού.
Όταν αποκαλύφθηκε η παρακολούθηση Ανδρουλάκη το καλοκαίρι του 2022, παραιτήθηκαν ο τότε διοικητής της ΕΥΠ Παναγιώτης Κοντολέων και ο γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού Γρηγόρης Δημητριάδης.
Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιβεβαίωσε ότι είχε γίνει «νόμιμη επισύνδεση» και χαρακτήρισε την παρακολούθηση πολιτικά απαράδεκτη.
Από τότε, η κυβέρνηση δεν έχει δώσει δημόσια την ουσιαστική απάντηση που βρίσκεται στον πυρήνα της υπόθεσης: ποιος λόγος εθνικής ασφάλειας επέβαλε την παρακολούθηση ενός Έλληνα ευρωβουλευτή και υποψηφίου για την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ;
Το ΣτΕ έριξε το τείχος της απόλυτης μυστικότητας
Ο Νίκος Ανδρουλάκης είχε ήδη πετύχει μια θεμελιώδη δικαστική νίκη στην Ελλάδα.
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε το 2024 ότι η νομοθετική ρύθμιση που απαγόρευε απόλυτα την ενημέρωση πολίτη για παρακολούθηση που είχε γίνει για λόγους εθνικής ασφάλειας ήταν αντίθετη προς το Σύνταγμα, το ενωσιακό δίκαιο και το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Μετά την απόφαση, η ΑΔΑΕ μπόρεσε να τον ενημερώσει ότι είχε πράγματι παρακολουθηθεί και να του γνωστοποιήσει τους αριθμούς των σχετικών εισαγγελικών διατάξεων.
Η αιτιολογία της παρακολούθησης παρέμεινε κλειδωμένη.
Εδώ βρίσκεται η καρδιά της προσφυγής: το κράτος παρακολούθησε έναν πολιτικό αρχηγό, αναγκάστηκε δικαστικά να αναγνωρίσει την παρακολούθηση και εξακολουθεί να μην του δίνει την πραγματική αιτία που την προκάλεσε.
Τι ακριβώς εξετάζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο
Η υπόθεση Androulakis κατά Ελλάδας, προσφυγή 20986/24, κατατέθηκε στις 24 Ιουλίου 2024 και κοινοποιήθηκε στην ελληνική κυβέρνηση στις 18 Δεκεμβρίου 2025.
Το ΕΔΔΑ έχει θέσει ενώπιον της Ελλάδας ερωτήματα που πηγαίνουν στον πυρήνα της λειτουργίας των μυστικών παρακολουθήσεων.
- Αν παραβιάστηκε το δικαίωμα στο απόρρητο των επικοινωνιών.
- Αν υπήρχαν πραγματικά αποτελεσματικά μέσα δικαστικής προστασίας.
- Αν ο Ανδρουλάκης έπρεπε να έχει πρόσβαση στους λόγους που οδήγησαν στην παρακολούθησή του.
- Αν η αδυναμία ενημέρωσής του υπονόμευσε τη δυνατότητά του να προσβάλει την επισύνδεση.
- Πώς αντιμετωπίστηκε το ζήτημα των εγγράφων που αφορούσαν την παρακολούθηση.
Το Στρασβούργο εξετάζει έτσι ολόκληρη την αλυσίδα: από την κρατική επέμβαση στις επικοινωνίες μέχρι το αν υπήρξε ουσιαστικός έλεγχος και αποτελεσματική δικαστική προστασία απέναντι στην ΕΥΠ.
Η Βουλγαρία καταδικάστηκε τον Απρίλιο για τον ίδιο σκληρό πυρήνα δικαιωμάτων
Στις 28 Απριλίου 2026 το ίδιο Δικαστήριο καταδίκασε τη Βουλγαρία στην υπόθεση Kanev and Bulgarian Helsinki Committee.
Η υπόθεση αφορούσε κρατική υπηρεσία εθνικής ασφάλειας που αρνήθηκε να γνωστοποιήσει αν είχε συλλέξει πληροφορίες για τους προσφεύγοντες και αν είχε χρησιμοποιήσει μέσα παρακολούθησης.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8, κρίνοντας ότι δεν υπήρχαν αποτελεσματικές εγγυήσεις που να προστατεύουν από αυθαίρετη ή παράνομη επεξεργασία δεδομένων από τις υπηρεσίες πληροφοριών.
Αυτό είναι το ευρωπαϊκό δικαστικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εξετάζεται πλέον η ελληνική υπόθεση: μυστική κρατική επιτήρηση, έλεγχος υπηρεσιών πληροφοριών, πρόσβαση του πολίτη στην πληροφορία και πραγματική προστασία απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία.
Η έκθεση της Κομισιόν έχει ήδη δημοσιευθεί – Και γράφει μέσα «Androulakis v. Greece»
Υπήρξε αναφορά ότι επίκειται νέα έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου. Η έκθεση του 2026 έχει ήδη δημοσιευθεί από τις 17 Ιουλίου και το ελληνικό κεφάλαιο κρατά την υπόθεση των υποκλοπών ανοιχτή σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ρητά την υπόθεση Androulakis v. Greece, 20986/24, σημειώνοντας ότι αφορά την τηλεφωνική παρακολούθηση Έλληνα ευρωβουλευτή από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών και την άρνηση γνωστοποίησης των λόγων της παρακολούθησης.
Στη συνολική έκθεση για το κράτος δικαίου η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι καταγγελίες για παράνομη χρήση spyware θέτουν στο επίκεντρο τους εθνικούς μηχανισμούς ελέγχου και ισορροπιών και καταγράφει ότι στην Ελλάδα συνεχίζεται ο δικαστικός έλεγχος πτυχών της χρήσης κατασκοπευτικού λογισμικού.
Στο ίδιο ελληνικό κεφάλαιο καταγράφεται και η νεότερη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας του Μαΐου 2026 για δημοσιογράφο που ζητά να μάθει τους λόγους της παρακολούθησής του από την ΕΥΠ.
Οι υποκλοπές δεν έχουν φύγει από κανένα ευρωπαϊκό ραντάρ. Βρίσκονται στην ετήσια έκθεση της Κομισιόν, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στη συνεχιζόμενη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων.
Και τώρα δεύτερη προσφυγή: Στο Στρασβούργο και ο Θανάσης Κουκάκης
Από τις 26 Αυγούστου το μέτωπο για την Ελλάδα στο Στρασβούργο έγινε ακόμη μεγαλύτερο.
Ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης προσέφυγε επίσης στο ΕΔΔΑ για την υπόθεση των υποκλοπών, καταγγέλλοντας τον τρόπο με τον οποίο οι ελληνικές δικαστικές αρχές διερεύνησαν τη δική του διπλή παρακολούθηση από την ΕΥΠ και μέσω Predator.
Στην προσφυγή του τίθενται ζητήματα δίκαιης δίκης, ιδιωτικής ζωής, ελευθερίας της έκφρασης, προστασίας δημοσιογραφικών πηγών και αποτελεσματικής προσφυγής.
Η υπόθεση που η κυβέρνηση επιχείρησε πολιτικά να αφήσει πίσω της αποκτά έτσι δεύτερο ενεργό μέτωπο στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Τέσσερα χρόνια μετά, το ερώτημα παραμένει το ίδιο
Η κυβέρνηση είχε όλο τον χρόνο να δώσει καθαρές απαντήσεις.
Η ΕΥΠ υπαγόταν στον πρωθυπουργό. Ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ παρακολουθήθηκε. Η παρακολούθηση επιβεβαιώθηκε. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματικό το καθεστώς απόλυτης απαγόρευσης ενημέρωσης. Η ΑΔΑΕ αναγκάστηκε να γνωστοποιήσει ότι η επισύνδεση υπήρξε. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξακολουθεί να καταγράφει την υπόθεση. Και τώρα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ετοιμάζεται να κρίνει την Ελλάδα.
Αυτό που δεν έχει ειπωθεί είναι εκείνο που θα έπρεπε να είχε απαντηθεί από την πρώτη ημέρα:
Γιατί η ΕΥΠ του Κυριάκου Μητσοτάκη παρακολουθούσε τον Νίκο Ανδρουλάκη;
Το ερώτημα δεν εξαφανίστηκε με τις παραιτήσεις. Δεν εξαφανίστηκε με τις αρχειοθετήσεις. Δεν εξαφανίστηκε με την πάροδο του χρόνου.
Έφτασε στο Στρασβούργο.
Αν οι πληροφορίες για την κατεύθυνση της απόφασης επιβεβαιωθούν, η Ελλάδα θα βρεθεί καταδικασμένη σε ευρωπαϊκό δικαστήριο για μια υπόθεση που γεννήθηκε στην ΕΥΠ, υπό την άμεση πολιτική εποπτεία του πρωθυπουργού. Και τότε το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν θα μπορεί να παρουσιαστεί ως μια παλιά πολιτική ιστορία. Θα επιστρέψει με τη σφραγίδα του Στρασβούργου και με το ίδιο αναπάντητο ερώτημα να βαραίνει την κυβέρνηση Μητσοτάκη: γιατί παρακολουθήθηκε ο αρχηγός ενός πολιτικού κόμματος;