Η Τουρκία επαναφέρει ανοιχτά την απαίτηση να έχει λόγο πριν ξεκινήσουν οι έρευνες και οι εργασίες για το ηλεκτρικό καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου σε θαλάσσιες περιοχές όπου η ίδια διεκδικεί δικαιοδοσία. Η Αθήνα απαντά ότι τουρκική άδεια δεν απαιτείται. Μόνο που αυτή τη φορά οι δηλώσεις δεν αρκούν: το έργο έχει ήδη «σκοντάψει» μία φορά στην τουρκική παρουσία ανοιχτά της Κάσου και το κρίσιμο κομμάτι των ερευνών βρίσκεται ακόμη μπροστά.
Εδώ θα κριθούν οι κυβερνητικές διαβεβαιώσεις: Η κυβέρνηση δηλώνει ότι το Great Sea Interconnector θα προχωρήσει χωρίς τουρκική άδεια. Το ερώτημα πλέον είναι αν τα πλοία θα επιστρέψουν πράγματι στο δύσκολο τμήμα της διαδρομής και θα ολοκληρώσουν τις εργασίες χωρίς η Αθήνα να αποδεχθεί στην πράξη έναν μηχανισμό τουρκικής συναίνεσης.
Η Άγκυρα ζητά να προηγείται συνεννόηση μαζί της
Η τουρκική θέση είναι πλέον ξεκάθαρη. Όταν σχεδιάζονται δραστηριότητες σε θαλάσσιες περιοχές στις οποίες η Άγκυρα υποστηρίζει ότι διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα και δικαιοδοσία, απαιτεί το κράτος σημαίας των εμπλεκόμενων πλοίων να επικοινωνεί προηγουμένως με την Τουρκία μέσω της διπλωματικής οδού.
Η τουρκική πλευρά επιχειρεί να παρουσιάσει αυτή την απαίτηση ως διαδικασία «συντονισμού». Πολιτικά όμως το ζήτημα είναι πολύ βαθύτερο: αν η Ελλάδα αποδεχθεί ότι πριν από κάθε έρευνα ή εργασία πρέπει να ζητά τουρκικό «πράσινο φως», η Άγκυρα αποκτά στην πράξη ρόλο ελεγκτή σε ένα έργο που η Αθήνα δηλώνει ότι έχει κάθε δικαίωμα να υλοποιήσει.
Δεν πρόκειται για μια λεπτομέρεια διπλωματικού πρωτοκόλλου. Πρόκειται για το αν η τουρκική αμφισβήτηση θα μετατραπεί σε de facto δικαίωμα συναίνεσης πριν από ελληνικές και ευρωπαϊκές δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η κυβέρνηση λέει «δεν χρειαζόμαστε άδεια»
Η επίσημη ελληνική θέση είναι ότι για το Great Sea Interconnector δεν απαιτείται άδεια από την Τουρκία.
Ο υφυπουργός Εξωτερικών Τάσος Χατζηβασιλείου δήλωσε ότι ο σχεδιασμός του καλωδίου συνεχίζεται και ότι ένα ειρηνικό έργο ενεργειακής υποδομής, το οποίο θα συνδέσει την Κύπρο με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα μέσω της Ελλάδας, δεν τελεί υπό τουρκική έγκριση.
Ανάλογη γραμμή έχει εκπέμψει και ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, με την Αθήνα να επιμένει δημόσια ότι οι εργασίες θα προχωρήσουν και ότι τυχόν τουρκικές κινήσεις δεν πρόκειται να ανατρέψουν τον ελληνικό σχεδιασμό.
Το πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ότι αυτή η θέση δεν δοκιμάζεται στις τηλεοπτικές δηλώσεις. Δοκιμάζεται όταν το ερευνητικό πλοίο βρίσκεται στη θάλασσα και απέναντί του εμφανίζονται τουρκικά πολεμικά.
Η Κάσος έχει ήδη δείξει τι συμβαίνει όταν έρχεται η ώρα της πράξης
Το προηγούμενο του καλοκαιριού του 2024 δεν επιτρέπει στην κυβέρνηση να αντιμετωπίζει το ζήτημα σαν θεωρητική αντιπαράθεση.
Κατά τις έρευνες του ιταλικού πλοίου «Ievoli Relume» για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου ανοιχτά της Κάσου, η Τουρκία έστειλε πολεμικά πλοία στην περιοχή, επικαλούμενη δικαιώματα που συνδέει με τις δικές της διεκδικήσεις και με το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Οι εργασίες δεν συνεχίστηκαν τότε όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί και το έργο βρέθηκε ουσιαστικά σε πάγωμα στο κρίσιμο κομμάτι της διαδρομής.
Αυτό είναι το σημείο που δεν μπορεί να σβήσει το κυβερνητικό αφήγημα: Η Αθήνα υποστήριζε και τότε ότι διαθέτει τα δικαιώματα για την εκτέλεση των εργασιών. Παρ’ όλα αυτά, το καλώδιο δεν προχώρησε στο επίμαχο τμήμα. Άρα το ζήτημα σήμερα δεν είναι τι δηλώνει η κυβέρνηση ότι δικαιούται να κάνει, αλλά αν θα το κάνει πράγματι όταν η Τουρκία επιχειρήσει ξανά να το εμποδίσει.
Το διεθνές δίκαιο και το τουρκικό «βέτο»
Η πόντιση υποθαλάσσιων καλωδίων αποτελεί αναγνωρισμένη ελευθερία του Δικαίου της Θάλασσας σε θαλάσσιες ζώνες πέραν των χωρικών υδάτων. Στην ΑΟΖ και στην υφαλοκρηπίδα δεν υφίσταται γενικό δικαίωμα ενός παράκτιου κράτους να απαγορεύει κατά βούληση την πόντιση ενός διεθνούς υποθαλάσσιου καλωδίου.
Η ελληνοτουρκική σύγκρουση βρίσκεται αλλού: στο ότι οι δύο χώρες προβάλλουν αντικρουόμενες θέσεις για τη δικαιοδοσία σε συγκεκριμένα τμήματα της Ανατολικής Μεσογείου. Η Τουρκία επιχειρεί να αξιοποιήσει αυτή τη διαφορά ώστε οποιαδήποτε δραστηριότητα στην περιοχή να περνά πρώτα από την ίδια.
Και αυτό είναι ακριβώς που η Αθήνα δηλώνει ότι δεν αποδέχεται.
Το εύκολο 60% έγινε – Μένει το 40% που θα κρίνει τα πάντα
Περίπου το 60% των ερευνών βυθού έχει ήδη πραγματοποιηθεί. Εκείνο που απομένει είναι περίπου το 40% και περιλαμβάνει ακριβώς τις περιοχές όπου η γεωπολιτική αντιπαράθεση γίνεται πιο δύσκολη.
Με απλά λόγια, το έργο έχει προχωρήσει εκεί όπου μπορούσε να προχωρήσει ευκολότερα. Τώρα φτάνει στο σημείο όπου θα αποδειχθεί αν οι διακηρύξεις της κυβέρνησης περί ανεμπόδιστης συνέχισης έχουν πραγματικό αντίκρισμα.
Η επόμενη NAVTEX και η επιστροφή των ερευνητικών πλοίων στο κρίσιμο τμήμα θα είναι το πραγματικό τεστ.
Το ερώτημα προς το Μαξίμου είναι απλό: Θα γίνουν οι έρευνες χωρίς προηγούμενη τουρκική έγκριση, όπως ακριβώς υποστηρίζει δημόσια η κυβέρνηση, ή θα βρεθεί ξανά κάποια φόρμουλα «συνεννόησης» που θα επιτρέψει στην Άγκυρα να εμφανίσει την παρουσία της ως αναγκαία προϋπόθεση;
Η γαλλική είσοδος έδωσε νέα ζωή στο έργο
Η είσοδος του γαλλικού επενδυτικού ομίλου Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στην εταιρεία Great Sea Interconnector έδωσε νέα οικονομική και πολιτική ώθηση σε ένα έργο που είχε βρεθεί σε παρατεταμένη αβεβαιότητα.
Παράλληλα, συμφωνήθηκε η επανεκκίνηση των θαλάσσιων ερευνών βυθού, με την Αθήνα να παρουσιάζει τη γαλλική συμμετοχή ως ψήφο εμπιστοσύνης στη βιωσιμότητα του έργου.
Όμως ούτε τα γαλλικά κεφάλαια ούτε η ευρωπαϊκή διάσταση του GSI εξαφανίζουν το βασικό πολιτικό πρόβλημα. Η Τουρκία εξακολουθεί να απαιτεί ρόλο στις εργασίες και η Ελλάδα εξακολουθεί να δηλώνει ότι δεν της αναγνωρίζει τέτοιο δικαίωμα.
Οι «κόκκινες γραμμές» θα μετρηθούν στη θάλασσα
Το Great Sea Interconnector είναι στρατηγικό ευρωπαϊκό έργο, καθώς η Κύπρος παραμένει ενεργειακά απομονωμένη από το ηπειρωτικό ηλεκτρικό δίκτυο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ακριβώς γι’ αυτό το έργο έχει αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη σημασία από την απλή πόντιση ενός καλωδίου. Έχει εξελιχθεί σε δοκιμασία για το αν η Ελλάδα μπορεί να ασκήσει στην πράξη όσα δηλώνει ότι αποτελούν κυριαρχικά της δικαιώματα χωρίς να αποδέχεται τουρκικούς όρους.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επαναλάβει πολλές φορές ότι δεν συζητά ζητήματα κυριαρχίας και ότι οι τουρκικές αντιδράσεις δεν επηρεάζουν τον ελληνικό σχεδιασμό. Το καλώδιο προσφέρει πλέον την ευκαιρία να αποδειχθεί αν αυτή η φράση είναι πραγματική πολιτική γραμμή ή ακόμη μία διαβεβαίωση που λειτουργεί μόνο μέχρι να εμφανιστεί η τουρκική πίεση στο πεδίο.
Η Τουρκία ζητά να έχει τον πρώτο λόγο πριν ξεκινήσουν οι εργασίες. Η κυβέρνηση απαντά ότι δεν χρειάζεται το «ΟΚ» της Άγκυρας. Ωραία. Τώρα μένει το μόνο που έχει σημασία: να επιστρέψουν τα πλοία, να ολοκληρωθεί το δύσκολο 40% και να φανεί στην πράξη αν η Ελλάδα θα προχωρήσει χωρίς τουρκική έγκριση. Γιατί οι «κόκκινες γραμμές» δεν κρίνονται στις δηλώσεις. Κρίνονται εκεί όπου κάποιος επιχειρεί να τις περάσει.