Υπάρχει ένα σημείο στο οποίο η ανικανότητα παύει να είναι απλώς ανικανότητα και αρχίζει να γίνεται επικίνδυνη. Στη Λέσβο η κυβέρνηση φαίνεται να έχει περάσει αυτή τη γραμμή. Μετά από σχεδόν έξι μήνες κρίσης, περίπου 85.000 θανατωμένα ζώα και σχεδόν το ένα πέμπτο του ζωικού κεφαλαίου του νησιού χαμένο, η απάντηση δεν είναι η παραδοχή της αποτυχίας ούτε μια γενναία ενίσχυση των πολιτικών και επιστημονικών υπηρεσιών. Είναι να μπει το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας στο επιχειρησιακό τιμόνι.
Και κάπου εδώ το θέμα ξεφεύγει από τα όρια μιας ακόμη κακοδιαχειρισμένης κρίσης. Γιατί πλέον δεν συζητάμε μόνο για το πώς έφτασε η Λέσβος στις δεκάδες χιλιάδες θανατώσεις. Συζητάμε και για το αν γίνεται σταδιακά αποδεκτό ως «φυσιολογικό» ένας αξιωματικός των Ενόπλων Δυνάμεων να βρίσκεται στην κορυφή μιας αλυσίδας επιχειρησιακών εντολών προς πολιτικές και επιστημονικές δημόσιες υπηρεσίες.
Ο ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΡΑΤΟ
16 Μαρτίου: πρώτο επιβεβαιωμένο κρούσμα.
Μάρτιος: η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι το σχέδιο περιορισμού βρίσκεται σε πλήρη εφαρμογή.
2 Σεπτεμβρίου: 192 επιβεβαιωμένες εστίες.
3 Σεπτεμβρίου: περίπου 85.000 ζώα θανατωμένα – σχεδόν το 20% του ζωικού κεφαλαίου της Λέσβου.
Και τώρα: ο επιχειρησιακός συντονισμός περνά στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας.
Τον Μάρτιο έλεγαν «πλήρης εφαρμογή» – τον Σεπτέμβριο φέρνουν τον Στρατό
Η πολιτική ευθύνη δεν προκύπτει επειδή κάποιος αντιπαθεί την κυβέρνηση. Προκύπτει από τη σύγκριση των ίδιων των κυβερνητικών ανακοινώσεων με το αποτέλεσμα.
Στις 18 Μαρτίου, δύο ημέρες μετά το πρώτο επιβεβαιωμένο κρούσμα, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης ανακοίνωνε ότι το σχέδιο περιορισμού του αφθώδους πυρετού βρισκόταν σε «πλήρη εφαρμογή».
Λίγες ημέρες αργότερα, η κυβέρνηση χαρακτήριζε «απόλυτη προτεραιότητα» την αποτροπή της διασποράς της νόσου.
Σχεδόν έξι μήνες μετά, τα ίδια τα επίσημα στοιχεία αποτυπώνουν μια συντριπτικά διαφορετική πραγματικότητα: περίπου 85.000 ζώα έχουν θανατωθεί, αριθμός που αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα πέμπτο του ζωικού κεφαλαίου του νησιού.
Το πολιτικό ερώτημα: Αν το σχέδιο λειτουργούσε όπως παρουσιάστηκε, γιατί έξι μήνες αργότερα χρειάζεται να αλλάξει η αλυσίδα διοίκησης και να περάσει ο επιχειρησιακός έλεγχος στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας;
Αυτό δεν είναι μία μικρή διοικητική διόρθωση. Είναι έμμεση παραδοχή ότι το προηγούμενο μοντέλο δεν απέδωσε το αποτέλεσμα που υποσχόταν.
Τι ακριβώς παίρνει στα χέρια του το Υπουργείο Άμυνας
Η τροπολογία προβλέπει ότι στις Περιφερειακές Ενότητες που πλήττονται από αφθώδη πυρετό το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας αναλαμβάνει και υλοποιεί τον επιχειρησιακό συντονισμό των εμπλεκόμενων δημόσιων υπηρεσιών και φορέων.
Και χρησιμοποιεί μία διατύπωση που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη:
Ο επιχειρησιακός συντονισμός αναλαμβάνεται «κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης».
Με απόφαση του υπουργού Εθνικής Άμυνας, έπειτα από εισήγηση του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ, ορίζεται αξιωματικός των Ενόπλων Δυνάμεων ως επικεφαλής επιχειρησιακός συντονιστής.
Οι κτηνιατρικές υπηρεσίες των Περιφερειών, υπηρεσίες και εποπτευόμενοι φορείς του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, λιμενικές και τελωνειακές αρχές και άλλοι δημόσιοι φορείς υποχρεούνται να συνεργάζονται και να συμμορφώνονται με τις επιχειρησιακές οδηγίες.
Και αν ένας δημόσιος υπάλληλος δεν υπακούσει;
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ανησυχητικό σημείο της ρύθμισης.
Η μη συμμόρφωση των εμπλεκόμενων υπαλλήλων προς τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις και επιχειρησιακές οδηγίες χαρακτηρίζεται πειθαρχικό παράπτωμα.
Για να είμαστε απολύτως ακριβείς: δεν σημαίνει ότι ο Στρατός αποκτά δικαίωμα να συλλαμβάνει κτηνιάτρους ή άλλους δημόσιους υπαλλήλους. Δεν προβλέπεται στρατιωτική κράτηση, στρατοδικείο ή κάποιος μηχανισμός «μαντρώματος» ανθρώπων που διαφωνούν.
Σημαίνει όμως κάτι που παραμένει θεσμικά βαρύ: ότι ο δημόσιος υπάλληλος που βρίσκεται μέσα σε αυτή την αλυσίδα διοίκησης καλείται να συμμορφωθεί με τις επιχειρησιακές οδηγίες του μηχανισμού που διοικείται από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, διαφορετικά μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με πειθαρχική διαδικασία.
Υπάρχει πάντως θεσμικό όριο: Ο Υπαλληλικός Κώδικας δεν επιβάλλει τυφλή υπακοή σε μια προδήλως αντισυνταγματική ή παράνομη πράξη. Άρα η νέα διάταξη δεν μετατρέπει μια παράνομη διαταγή σε νόμιμη επειδή προέρχεται από τον επιχειρησιακό μηχανισμό.
Και αν ο κτηνίατρος θεωρεί μια απόφαση λάθος;
Η κυβέρνηση επιμένει ότι η επιστημονική και στρατηγική ευθύνη παραμένει στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις αναλαμβάνουν μόνο τον επιχειρησιακό συντονισμό.
Αυτή είναι μια ουσιώδης διάκριση. Ο αξιωματικός δεν γίνεται κτηνίατρος και δεν αποφασίζει επιστημονικά πώς αντιμετωπίζεται ένας ιός.
Δεν εξαφανίζει όμως το θεσμικό ερώτημα.
Τι συμβαίνει όταν ένας επιστήμονας στο πεδίο θεωρεί ότι η επιχειρησιακή εφαρμογή μιας απόφασης είναι λανθασμένη, αναποτελεσματική ή δημιουργεί άλλον κίνδυνο; Πόσο ελεύθερα μπορεί να συγκρουστεί με την αλυσίδα διοίκησης όταν πάνω από τη διαφωνία του κρέμεται και η απειλή πειθαρχικής διαδικασίας;
Μπορεί νομικά να υπάρχουν ασφαλιστικές δικλείδες. Πολιτικά όμως, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει γιατί θεωρεί υγιές να δημιουργεί αυτή τη σχέση πίεσης ανάμεσα σε στρατιωτικό επιχειρησιακό συντονισμό και πολιτικούς επιστήμονες.
Δεν είναι «Χούντα» – αλλά δεν είναι και κάτι που πρέπει να κανονικοποιηθεί
Χρειάζεται εδώ να είμαστε αυστηροί αλλά όχι ανεύθυνοι.
Δεν έχει επιβληθεί στρατιωτικός νόμος στη Λέσβο. Δεν έχει καταργηθεί η πολιτική διοίκηση, δεν έχει ανασταλεί η δημοκρατική λειτουργία και οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν απέκτησαν γενική αστυνομική εξουσία απέναντι στους πολίτες.
Δεν πρόκειται λοιπόν να βαφτίσουμε «Χούντα» κάτι που θεσμικά δεν είναι Χούντα.
Αλλά θα ήταν εξίσου λάθος να παριστάνουμε ότι η εικόνα ενός στρατιωτικού αξιωματικού στην κορυφή μιας επιχειρησιακής αλυσίδας που περιλαμβάνει πολιτικές δημόσιες υπηρεσίες είναι αδιάφορη.
ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΘΩΕΣ
Σε μια χώρα που έζησε τη δικτατορία του 1967-1974, κάθε διεύρυνση στρατιωτικού ρόλου μέσα στην πολιτική διοίκηση οφείλει να αντιμετωπίζεται με θεσμική καχυποψία και αυστηρό έλεγχο. Όχι με ιστορικούς παραλληλισμούς που δεν στέκουν – αλλά ούτε και με εφησυχασμό.
Ο ρόλος των Ενόπλων Δυνάμεων σε μια Δημοκρατία είναι κρίσιμος και απολύτως σεβαστός. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που πρέπει να παραμένουν καθαρά τα όρια ανάμεσα στη στρατιωτική αποστολή και στην πολιτική διοίκηση.
Δεν ξεκίνησε τώρα η βοήθεια του Στρατού – άλλο βοήθεια, άλλο διοίκηση
Οι Ένοπλες Δυνάμεις είχαν ήδη συνδράμει στην αντιμετώπιση του αφθώδους πυρετού. Τον Ιούνιο, για παράδειγμα, το ΥΠΑΑΤ ανακοίνωνε ότι ο αριθμός των στρατιωτικών κτηνιάτρων στη Λέσβο αυξανόταν στους 17.
Και κανείς δεν μπορεί σοβαρά να υποστηρίξει ότι είναι προβληματικό να χρησιμοποιούνται διαθέσιμοι στρατιωτικοί κτηνίατροι, οχήματα, προσωπικό ή υποδομές για να βοηθήσουν σε μια μεγάλη κρίση.
Αυτό όμως είναι συνδρομή.
Η νέα ρύθμιση είναι κάτι διαφορετικό: είναι διοίκηση και επιχειρησιακός συντονισμός.
Η διαφορά είναι τεράστια και όποιος προσπαθεί να παρουσιάσει τα δύο ως το ίδιο πράγμα απλώς αποφεύγει την ουσία της αλλαγής.
85.000 νεκρά ζώα: ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη;
Πριν η κυβέρνηση ζητήσει από τους πολίτες να αποδεχθούν τη νέα στρατιωτική επιχειρησιακή δομή ως λύση, οφείλει να δώσει λογαριασμό για το τι προηγήθηκε.
Πώς φτάσαμε από το «σχέδιο σε πλήρη εφαρμογή» του Μαρτίου στις 85.000 θανατώσεις του Σεπτεμβρίου;
Ποια μέτρα απέτυχαν;
Ποιες υπηρεσίες δεν είχαν επαρκές προσωπικό;
Ποιες προειδοποιήσεις αγνοήθηκαν;
Πότε αντιλήφθηκε η κυβέρνηση ότι το προηγούμενο μοντέλο επιχειρησιακής διοίκησης δεν λειτουργούσε;
Και γιατί η λύση που επιλέχθηκε δεν ήταν πρώτα η δραστική ενίσχυση των πολιτικών κτηνιατρικών μηχανισμών, αλλά η μεταφορά του επιχειρησιακού ελέγχου στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας;
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να ζητά χειροκρότημα για τη «λύση» χωρίς να απαντά για την αποτυχία που έκανε αυτή τη λύση αναγκαία.
Μια επικίνδυνη πολιτική συνήθεια
Το πραγματικό πρόβλημα ξεπερνά τα όρια της Λέσβου.
Μια κυβέρνηση που αποτυγχάνει να κάνει τις πολιτικές δομές να λειτουργήσουν δεν μπορεί κάθε φορά που τα πράγματα ξεφεύγουν να αντιμετωπίζει την επέκταση έκτακτων μηχανισμών ως αυτονόητη απάντηση.
Η Δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο από το αν διεξάγονται εκλογές. Κρίνεται και από το αν οι θεσμικές γραμμές παραμένουν καθαρές, αν οι επιστημονικές υπηρεσίες μπορούν να λειτουργούν με ανεξαρτησία και ευθύνη και αν οι εξαιρετικές λύσεις παραμένουν πραγματικά εξαιρετικές.
Γιατί οι εξαιρέσεις έχουν μία κακή συνήθεια: όταν χρησιμοποιούνται εύκολα, σταδιακά παύουν να μοιάζουν με εξαιρέσεις.
Από την αποτυχία στην επικινδυνότητα
Η Λέσβος είναι σήμερα ένα πολύ καθαρό παράδειγμα.
Η κυβέρνηση είχε μήνες στη διάθεσή της. Είχε υπουργείο, κρατικό μηχανισμό, κτηνιατρικές υπηρεσίες, ευρωπαϊκό πλαίσιο, επιστήμονες και ήδη τη συνδρομή στρατιωτικών κτηνιάτρων.
Το αποτέλεσμα είναι 85.000 ζώα νεκρά.
Και αντί το τέλος αυτής της διαδρομής να είναι μια καθαρή ανάληψη πολιτικής ευθύνης, έχουμε έναν αξιωματικό να μπαίνει στην κορυφή του επιχειρησιακού μηχανισμού και έναν νόμο που προβλέπει πειθαρχικές συνέπειες για υπαλλήλους που δεν συμμορφώνονται με τις οδηγίες του.
Η ΟΥΣΙΑ
Μια κυβέρνηση που αποτυγχάνει ξανά και ξανά δεν είναι απλώς κακή κυβέρνηση. Γίνεται επικίνδυνη όταν, αντί να διορθώνει και να ενισχύει τους θεσμούς που δεν λειτούργησαν, αρχίζει να μετακινεί τα όριά τους. Στη Λέσβο το ερώτημα δεν είναι αν ο Στρατός μπορεί να βοηθήσει – φυσικά και μπορεί. Το ερώτημα είναι γιατί μια πολιτική κυβέρνηση χρειάστηκε, μετά από 85.000 χαμένα ζώα, να βάλει στρατιωτικό αξιωματικό στο επιχειρησιακό τιμόνι πολιτικών υπηρεσιών. Και κυρίως: αν αυτό γίνει αποδεκτό χωρίς ερωτήσεις σήμερα, ποιο θα είναι το επόμενο «έκτακτο» πεδίο αύριο;