Από τη μία ο Κυριάκος Μητσοτάκης προβάλλει τη μείωση του δημόσιου χρέους ως απόδειξη υπεύθυνης οικονομικής διαχείρισης. Από την άλλη, το κόμμα του οποίου είναι πρόεδρος εμφανίζει συνολικές υποχρεώσεις περίπου 602,1 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά περισσότερα από 60 εκατ. μέσα σε έναν χρόνο. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου πήρε αυτή την αντίφαση και την έκανε επίκαιρη ερώτηση προς τον πρωθυπουργό: πώς γίνεται να είσαι «νοικοκύρης πρωθυπουργός» και την ίδια στιγμή πρόεδρος ενός κόμματος του οποίου τα χρέη εξακολουθούν να ανεβαίνουν;
Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας κατέθεσε στις 24 Αυγούστου επίκαιρη ερώτηση προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη για τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος, το δημόσιο χρέος και τις οφειλές της Νέας Δημοκρατίας, επιχειρώντας να συνδέσει δύο οικονομικές πραγματικότητες που η κυβέρνηση προτιμά να κρατά απολύτως χωριστές.
Το πιο αιχμηρό σημείο της ήταν και το πιο απλό: «Νοικοκύρης πρωθυπουργός και ταυτόχρονα μπαταχτσής πρόεδρος κόμματος».
Η φράση είναι πολιτική επίθεση. Οι αριθμοί πίσω της, όμως, χρειάζονται έλεγχο. Και εκεί βρίσκεται το πραγματικά δύσκολο σημείο για τη Νέα Δημοκρατία.
Τα 602 εκατομμύρια δεν είναι σύνθημα
Οι οικονομικές καταστάσεις για το 2025 δείχνουν ότι οι συνολικές υποχρεώσεις της Νέας Δημοκρατίας έφτασαν περίπου τα 602,1 εκατ. ευρώ, από περίπου 541,9 εκατ. έναν χρόνο νωρίτερα. Δηλαδή, μέσα σε μία μόνο χρήση καταγράφηκε νέα αύξηση της τάξης των 60,2 εκατ. ευρώ.
Το μεγαλύτερο μέρος των υποχρεώσεων, περίπου 593 εκατ. ευρώ, συνδέεται με τραπεζικό δανεισμό. Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί δείχνει ότι δεν έχουμε μπροστά μας μια απλή αντιπολιτευτική καταγγελία για ένα αυθαίρετο ποσό. Πρόκειται για μεγέθη που προκύπτουν από τις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις.
Ο αριθμός που δεν χωρά σε επικοινωνιακή υπεκφυγή: 602,1 εκατ. ευρώ συνολικές υποχρεώσεις το 2025 και νέα αύξηση περίπου 60,2 εκατ. μέσα σε έναν χρόνο.
Ο Μητσοτάκης είχε υποσχεθεί οικονομική εξυγίανση της ΝΔ
Η σύγκριση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα αν επιστρέψει κανείς στο 2016, όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε μόλις αναλάβει την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας.
Τότε παρουσίαζε δημόσια πρόγραμμα οικονομικής εξυγίανσης του κόμματος, μιλώντας για δραστικό περιορισμό των λειτουργικών δαπανών, ενίσχυση των εσόδων από μέλη και φίλους και αντιμετώπιση του παλαιού τραπεζικού χρέους.
Στον ισολογισμό της χρήσης 2017 εμφανίζονται, για το προηγούμενο έτος, συνολικές υποχρεώσεις περίπου 239,4 εκατ. ευρώ. Το 2025 βρίσκονται στα 602,1 εκατ.
Με απλά λόγια, οι συνολικές υποχρεώσεις είναι σήμερα πάνω από δυόμισι φορές εκείνες που καταγράφονταν στο τέλος του 2016.
Εδώ βρίσκεται η ουσία: Δεν είναι ακριβές να παρουσιάζεται ολόκληρη η αύξηση σαν να πρόκειται για εκατοντάδες εκατομμύρια νέων δανείων που πήρε η σημερινή ηγεσία. Μεγάλο μέρος της διόγκωσης συνδέεται με παλαιές τραπεζικές οφειλές και τους τόκους που συσσωρεύονται. Αυτό όμως δεν εξαφανίζει το πρόβλημα. Το αντίθετο: αποδεικνύει ότι δέκα χρόνια μετά την εξαγγελία της «εξυγίανσης», το συνολικό βάρος όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλά αυξήθηκε θεαματικά.
Και μετά ήρθε ο Άδωνις: «Μόνο θα αυξάνονται»
Το πολιτικά εκρηκτικότερο στοιχείο, όμως, δεν προέρχεται από την Κωνσταντοπούλου.
Προέρχεται από τον αντιπρόεδρο της ίδιας της Νέας Δημοκρατίας.
Τον Μάιο του 2026 ο Άδωνις Γεωργιάδης, μιλώντας στο Action24 για τα χρέη της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, υποστήριξε ότι «δεν μπορούν ποτέ να πληρωθούν» και ότι θα συνεχίσουν να αυξάνονται, εξηγώντας ότι η κρατική χρηματοδότηση δεν επαρκεί για την κάλυψη των τοκοχρεολυσίων.
Αυτή η τοποθέτηση αλλάζει το πολιτικό βάρος της υπόθεσης. Διότι άλλο είναι ένα κόμμα να δηλώνει ότι έχει ένα τεράστιο παλιό χρέος το οποίο εξυπηρετεί και σταδιακά θα μειώσει, και άλλο ο αντιπρόεδρός του να περιγράφει δημόσια μια κατάσταση στην οποία το χρέος δεν μπορεί να αποπληρωθεί και θα συνεχίσει να αυξάνεται.
Το πολιτικό ερώτημα: Αν η ίδια η ηγεσία της ΝΔ θεωρεί ότι οι οφειλές δεν είναι δυνατόν να αποπληρωθούν, ποιο ακριβώς είναι το μετρήσιμο σχέδιο οικονομικής εξυγίανσης του κόμματος και σε ποιο χρονικό ορίζοντα προβλέπει πραγματική μείωση των υποχρεώσεων;
Στο δημόσιο χρέος, όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική
Για να είναι η σύγκριση έντιμη, πρέπει να ειπωθεί και αυτό που επιβεβαιώνουν τα επίσημα στοιχεία: η Ελλάδα έχει μειώσει σημαντικά τον λόγο του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ.
Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε για το τέλος του 2025 δημόσιο χρέος 362,9 δισ. ευρώ ή 146,1% του ΑΕΠ. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026, σύμφωνα με τη Eurostat, ο λόγος είχε υποχωρήσει περαιτέρω στο 143,5%.
Άρα το κυβερνητικό επιχείρημα ότι η δημοσιονομική θέση της χώρας έχει βελτιωθεί και ότι το χρέος ως ποσοστό της οικονομίας αποκλιμακώνεται έχει πραγματική βάση.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά: ακόμη και μετά αυτή τη μεγάλη αποκλιμάκωση, η Ελλάδα εξακολουθούσε στο πρώτο τρίμηνο του 2026 να έχει τον υψηλότερο λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι πρόωρες αποπληρωμές ακριβότερου χρέους επίσης δεν μπορούν σοβαρά να παρουσιάζονται αυτομάτως ως «πέταμα δημόσιου χρήματος». Μπορούν να μειώσουν μελλοντικούς τόκους, χρηματοδοτικούς κινδύνους και το βάρος εξυπηρέτησης του χρέους.
Γι’ αυτό και το ισχυρότερο σημείο της κριτικής Κωνσταντοπούλου δεν είναι ότι η χώρα δεν πρέπει να μειώνει το δημόσιο χρέος της. Είναι η αντίφαση στη διαχείριση.
Άλλοι κανόνες για το κράτος, άλλοι για το κόμμα;
Στις 24 Αυγούστου ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε στο Υπουργικό Συμβούλιο ότι η ταχύτερη αποπληρωμή του δημόσιου χρέους αποτελεί πολιτική ευθύνης απέναντι στις επόμενες γενιές.
Η θέση αυτή είναι απολύτως συνεπής με όσα λέει εδώ και χρόνια η κυβέρνηση για δημοσιονομική πειθαρχία: δεν αφήνεις τα χρέη να συσσωρεύονται, δεν μεταθέτεις διαρκώς το κόστος στο μέλλον και δεν αφήνεις τις επόμενες γενιές να πληρώνουν τις υποχρεώσεις του παρόντος.
Και ακριβώς γι’ αυτό τα 602 εκατ. ευρώ της Νέας Δημοκρατίας αποκτούν πολιτική σημασία πολύ μεγαλύτερη από έναν κομματικό ισολογισμό.
Γιατί η ίδια αρχή που προβάλλεται ως αρετή για το κράτος δημιουργεί ένα αυτονόητο ερώτημα όταν εφαρμόζεται στο κυβερνών κόμμα: πώς μπορεί ένα χρέος που αυξάνεται σταθερά να συμβιβάζεται με την εικόνα της οικονομικής υπευθυνότητας;
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μία ατάκα της αντιπολίτευσης
Η Νέα Δημοκρατία έχει επισημάνει στο παρελθόν ότι πρόκειται κυρίως για παλιές οφειλές, ότι έχει μειώσει δραστικά τα λειτουργικά της έξοδα και ότι μεγάλο μέρος της κρατικής χρηματοδότησης κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση των δανείων.
Αυτές είναι απαντήσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
Δεν απαντούν όμως στον αριθμό που τελικά μετρά: αν το σχέδιο εξυγίανσης λειτουργεί, γιατί οι συνολικές υποχρεώσεις εξακολουθούν να αυξάνονται;
Ούτε απαντούν στο δεύτερο και ακόμη σοβαρότερο ερώτημα: μετά τη δημόσια παραδοχή του αντιπροέδρου του κόμματος ότι τα συγκεκριμένα χρέη δεν μπορούν να αποπληρωθούν, υπάρχει σήμερα συγκεκριμένο, δημοσιευμένο και μετρήσιμο σχέδιο που να δείχνει πότε θα αρχίσουν πραγματικά να μειώνονται;
Εδώ ακριβώς βρίσκει στόχο η Κωνσταντοπούλου.
Όχι επειδή η μείωση του δημόσιου χρέους είναι κάτι κακό. Αλλά επειδή είναι δύσκολο να ζητάς από μια ολόκληρη χώρα δημοσιονομική πειθαρχία, να εμφανίζεις την αποπληρωμή χρεών ως υποχρέωση απέναντι στις επόμενες γενιές και ταυτόχρονα να προεδρεύεις επί μία δεκαετία ενός κόμματος του οποίου οι υποχρεώσεις από περίπου 239 εκατ. ευρώ έφτασαν πάνω από 602 εκατ. ευρώ.
Η λέξη «μπαταχτσής» ανήκει στην πολιτική ρητορική της Ζωής Κωνσταντοπούλου. Τα 602,1 εκατομμύρια, όμως, ανήκουν στον ισολογισμό. Και αυτό είναι πολύ δυσκολότερο να απαντηθεί με ένα σύνθημα.