«Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε διαχειριστές της παρακμής, ούτε συστήματα διαφθοράς, ούτε νέους Μεσσίες». Με αυτή τη φράση ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχείρησε από το Ηράκλειο να χαράξει μια καθαρή γραμμή απέναντι τόσο στον Κυριάκο Μητσοτάκη όσο και στον Αλέξη Τσίπρα. Και πίσω από τη σκληρή ρητορική υπάρχει ένα διπλό πολιτικό στοίχημα: να πείσει ότι η Νέα Δημοκρατία έχει εξαντλήσει το δικαίωμα να κυβερνά, αλλά ταυτόχρονα να σταματήσει τον Τσίπρα από το να κατοχυρωθεί ως ο βασικός αντίπαλος του πρωθυπουργού.
Η ομιλία για τα 52 χρόνια από την 3η Σεπτέμβρη δεν ήταν λοιπόν μια επετειακή αναδρομή. Ήταν ουσιαστικά η εκκίνηση της προεκλογικής στρατηγικής του ΠΑΣΟΚ: ούτε άλλη κυβέρνηση Μητσοτάκη, ούτε επιστροφή Τσίπρα.
Το ενδιαφέρον όμως δεν βρίσκεται μόνο σε όσα είπε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Βρίσκεται στο πόσα από αυτά αντέχουν όταν φύγει το χειροκρότημα της κομματικής συγκέντρωσης και μπουν απέναντί τους τα πραγματικά δεδομένα.
ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ
Ο Ανδρουλάκης επιχειρεί να σπάσει το δίλημμα «Μητσοτάκης ή Τσίπρας» και να το αντικαταστήσει με ένα νέο: συνέχιση της σημερινής κυβέρνησης ή ΠΑΣΟΚ. Το πρόβλημά του είναι ότι αυτή τη στιγμή οι δημοσκοπήσεις δεν του έχουν ακόμη δώσει τη δεύτερη θέση.
Η επίθεση στον Μητσοτάκη δεν είναι απλώς κομματικό σύνθημα
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ κατηγόρησε τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι οικοδόμησε ένα υπερσυγκεντρωτικό σύστημα εξουσίας και απαρίθμησε υποκλοπές, ΟΠΕΚΕΠΕ, απευθείας αναθέσεις, πελατειακές πρακτικές και προβλήματα στη λειτουργία των θεσμών.
Δεν έχουν όλες αυτές οι καταγγελίες το ίδιο επίπεδο απόδειξης και δεν είναι σωστό να βαφτίζονται αυτομάτως όλες επιβεβαιωμένα γεγονότα επειδή ειπώθηκαν από αρχηγό κόμματος.
Υπάρχουν όμως υποθέσεις στις οποίες η πραγματικότητα είναι ήδη αρκετά βαριά χωρίς να χρειάζεται καμία κομματική υπερβολή.
ΟΠΕΚΕΠΕ: Εδώ η κυβέρνηση δεν μπορεί να μιλά για «αντιπολιτευτική κατασκευή»
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο ΟΠΕΚΕΠΕ.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανακοίνωσε τον Ιούλιο του 2026 την παραπομπή 22 κατηγορουμένων στο πλαίσιο της έρευνας για οργανωμένο σύστημα απάτης με αγροτικές επιδοτήσεις.
Ανάμεσά τους βρίσκονται τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές, πρώην υψηλόβαθμα στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ, πολιτικοί συνεργάτες και άλλα πρόσωπα. Η έρευνα αφορά, μεταξύ άλλων, φερόμενες παρεμβάσεις σε διοικητικούς και ελεγκτικούς μηχανισμούς, μεταγενέστερες αλλοιώσεις δεδομένων, παρεμβάσεις σε επιτόπιους ελέγχους και ψευδείς πιστοποιήσεις.
Η πολιτική ευθύνη: Η ποινική ενοχή οποιουδήποτε προσώπου θα κριθεί από τα δικαστήρια. Όμως τα καταγγελλόμενα περιστατικά αφορούν κρατικό οργανισμό, δημόσιους μηχανισμούς και πράξεις που ερευνώνται για το 2021, δηλαδή επί διακυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να αποσυνδέσει πολιτικά τον εαυτό της από τη λειτουργία ενός οργανισμού που εποπτεύει.
Ακόμη σοβαρότερο είναι ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έφτασε τον Μάιο του 2026 να ενημερώσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για ελληνικές νομοθετικές και θεσμικές αποφάσεις που, κατά την κρίση της, επηρεάζουν αρνητικά την ανεξάρτητη και αποτελεσματική λειτουργία της στην Ελλάδα.
Αυτό δεν είναι ανακοίνωση ελληνικού κόμματος. Είναι επίσημη παρέμβαση του ανεξάρτητου εισαγγελικού οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στέγη: τα στοιχεία είναι χειρότερα από τα συνθήματα
Ο Ανδρουλάκης παρουσίασε τη στεγαστική κρίση ως ένα από τα βασικά πεδία στα οποία απαιτείται πολιτική αλλαγή.
Και εδώ η συζήτηση δεν χρειάζεται να βασιστεί σε κομματικές εκτιμήσεις.
Σύμφωνα με τη Eurostat, τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεταν το 2024 κατά μέσο όρο 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έναντι 19% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Στις πόλεις, το ποσοστό του πληθυσμού που ξοδεύει πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος για στεγαστικές ανάγκες έφτανε το 29%, επίσης το υψηλότερο στην ΕΕ.
Και το πρόβλημα δεν σταμάτησε. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 τα ενοίκια στην Ελλάδα ήταν αυξημένα κατά περίπου 5% σε σχέση με τον μέσο όρο του 2025.
Η δίκαιη αποτίμηση: Η στεγαστική κρίση έχει σύνθετες αιτίες και δεν δημιουργήθηκε αποκλειστικά από τη σημερινή κυβέρνηση. Μετά όμως από επτά χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη, η κυβέρνηση έχει πλέον πλήρη πολιτική ευθύνη για την επάρκεια – ή ανεπάρκεια – των πολιτικών που επέλεξε για να την αντιμετωπίσει.
Και μετά ο Ανδρουλάκης γύρισε τα πυρά στον Τσίπρα
Η δεύτερη πλευρά της ομιλίας ήταν εξίσου επιθετική.
Ο Ανδρουλάκης παρουσίασε τον Αλέξη Τσίπρα όχι ως λύση απέναντι στον Μητσοτάκη, αλλά ως «αποτυχημένο παρελθόν» που επιχειρεί να επιστρέψει με νέο πολιτικό περιτύλιγμα.
Κατηγόρησε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ότι άνοιξε τον δρόμο στα funds, καθιέρωσε ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, κατάργησε το ΕΚΑΣ και επιβάρυνε έντονα τη μεσαία τάξη.
Και εδώ υπάρχουν σημεία που επιβεβαιώνονται ιστορικά.
Funds: το ΠΑΣΟΚ χτυπά σε πραγματικό σημείο της κυβέρνησης Τσίπρα
Το θεσμικό πλαίσιο για εταιρείες διαχείρισης και απόκτησης μη εξυπηρετούμενων δανείων θεσπίστηκε με τον Νόμο 4354/2015, επί κυβέρνησης Τσίπρα.
Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει ρητά ότι με τον συγκεκριμένο νόμο δημιουργήθηκε το πλαίσιο για τις εταιρείες που διαχειρίζονται απαιτήσεις από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ενώ η επιχειρησιακή του εξειδίκευση ακολούθησε το 2016 και το 2017.
Άρα όταν το ΠΑΣΟΚ λέει ότι η κυβέρνηση Τσίπρα άνοιξε θεσμικά τον δρόμο για την αγορά και διαχείριση κόκκινων δανείων από funds και servicers, το βασικό γεγονός είναι σωστό.
Αυτό βεβαίως δεν απαλλάσσει τη σημερινή κυβέρνηση από όσα έγιναν στη συνέχεια. Το σημερινό καθεστώς των servicers, των πλειστηριασμών και της προστασίας της πρώτης κατοικίας έχει διαμορφωθεί και με μεταγενέστερες νομοθετικές επιλογές της Νέας Δημοκρατίας.
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΧΩΡΙΣ ΚΟΜΜΑΤΙΚΑ ΦΙΛΤΡΑ
Ο Τσίπρας δεν μπορεί να παρουσιάζει σήμερα το πρόβλημα των funds σαν να μην είχε καμία σχέση η δική του κυβέρνηση με τη δημιουργία του θεσμικού πλαισίου. Ο Μητσοτάκης, από την άλλη, δεν μπορεί να χρησιμοποιεί το 2015 ως μόνιμο άλλοθι για όσα νομοθέτησε και εφάρμοσε η δική του κυβέρνηση από το 2019 και μετά.
Το ΕΚΑΣ πράγματι καταργήθηκε επί Τσίπρα
Αντίστοιχα, η σταδιακή κατάργηση του ΕΚΑΣ θεσμοθετήθηκε επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και ολοκληρώθηκε έως το τέλος του 2019.
Ο ίδιος ο τότε υπουργός Εργασίας Γιώργος Κατρούγκαλος είχε παραδεχθεί δημόσια ότι η κατάργησή του ήταν αρνητική εξέλιξη, αποδίδοντάς την στον συμβιβασμό με τους δανειστές.
Άρα η κριτική Ανδρουλάκη έχει πραγματικό ιστορικό υπόβαθρο, ακόμη κι αν το πολιτικό και μνημονιακό πλαίσιο της περιόδου ήταν πολύ πιο σύνθετο από μια σημερινή προεκλογική ατάκα.
Το πραγματικό πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ: ο Τσίπρας είναι αυτή τη στιγμή μπροστά
Υπάρχει όμως και ένας αριθμός που εξηγεί γιατί η επίθεση στον Τσίπρα ήταν τόσο σκληρή.
Στην τελευταία δημοσκόπηση της Interview, που δημοσιεύθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου, η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται στην πρώτη θέση με 26,3%, η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα στη δεύτερη με 13,7% και το ΠΑΣΟΚ στην τρίτη με 11,9%.
Η διαφορά των δύο κομμάτων είναι μικρή, αλλά πολιτικά τεράστια.
Γιατί αν η εικόνα αυτή παγιωθεί, το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να χάσει όχι μόνο τη δεύτερη θέση αλλά και το θεσμικό πλεονέκτημα του βασικού αντιπολιτευτικού πόλου, ενώ ο Τσίπρας θα μπορεί να παρουσιάζει τον εαυτό του ως τον επικρατέστερο αντίπαλο του Μητσοτάκη.
Γι’ αυτό η διπλή επίθεση έχει στρατηγική: Ο Ανδρουλάκης πρέπει ταυτόχρονα να φθείρει τη Νέα Δημοκρατία και να αποτρέψει την ΕΛ.Α.Σ. από το να απορροφήσει το αντιπολιτευτικό αίτημα αλλαγής.
Τι υπόσχεται το ΠΑΣΟΚ
Ο Ανδρουλάκης προσπάθησε παράλληλα να περάσει από την καταγγελία στην πρόταση.
Μεταξύ άλλων δεσμεύθηκε για 13ο μισθό και 13η σύνταξη σε δύο δόσεις, επαναφορά νέου ΕΚΑΣ, ουσιαστική προστασία της πρώτης κατοικίας, αυστηρότερους κανόνες για funds και servicers, καθολική δωρεάν βρεφική και προσχολική αγωγή και ενίσχυση του δημόσιου συστήματος Υγείας και Παιδείας.
Αυτές είναι πολιτικές δεσμεύσεις και όχι ακόμη αποτελέσματα. Το επόμενο βήμα για το ΠΑΣΟΚ είναι αναπόφευκτο: να παρουσιάσει πλήρη κοστολόγηση, σαφείς πηγές χρηματοδότησης και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.
Ακριβώς επειδή κατηγορεί Μητσοτάκη και Τσίπρα για υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν, ο πήχης αξιοπιστίας για το ίδιο πρέπει να είναι ακόμη υψηλότερος.
Η κυβέρνηση έχει το μεγαλύτερο βάρος της απόδειξης
Η σύγκριση Μητσοτάκη και Τσίπρα μπορεί να εξυπηρετεί την εκλογική στρατηγική του ΠΑΣΟΚ. Δεν πρέπει όμως να δημιουργεί μια τεχνητή ισοπέδωση του παρόντος με το παρελθόν.
Ο Αλέξης Τσίπρας πρέπει να λογοδοτήσει πολιτικά για όσα έκανε ως πρωθυπουργός και για τις αντιφάσεις ανάμεσα στη σημερινή του ρητορική και στις αποφάσεις της περιόδου 2015-2019.
Όμως σήμερα κυβερνά ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Η σημερινή ακρίβεια, η σημερινή στεγαστική κρίση, η σημερινή λειτουργία των θεσμών, η εποπτεία του ΟΠΕΚΕΠΕ, η πολιτική για τους servicers, τα δημόσια νοσοκομεία και σχολεία είναι πρωτίστως ευθύνη της κυβέρνησης που βρίσκεται στην εξουσία.
Μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, το επιχείρημα «μα ο Τσίπρας» δεν αρκεί πλέον ως συνολική απάντηση.
Η ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ
Η ιστορία εξηγεί πώς φτάσαμε εδώ. Δεν κυβερνά όμως η ιστορία. Για τα προβλήματα του 2026 λογοδοτεί πρωτίστως εκείνος που διαθέτει σήμερα την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, τα υπουργεία, τη νομοθετική πρωτοβουλία και τον κρατικό μηχανισμό.
Η μάχη της «πολιτικής αλλαγής» μόλις άρχισε
Ο Ανδρουλάκης θέλει να πείσει ότι το ΠΑΣΟΚ είναι η μόνη εναλλακτική που δεν κουβαλά ούτε τη σημερινή κυβερνητική φθορά ούτε το βάρος της περιόδου Τσίπρα.
Σε ορισμένες από τις κατηγορίες του έχει ισχυρά πραγματικά επιχειρήματα. Σε άλλες χρησιμοποιεί αναπόφευκτα την πολιτική υπερβολή μιας προεκλογικής μάχης.
Αυτό όμως που δεν μπορεί να κρυφτεί είναι ότι η χώρα μπαίνει πλέον σε μια πολύ διαφορετική πολιτική περίοδο: η κυβέρνηση παραμένει πρώτη αλλά απέχει πολύ από τα ποσοστά των προηγούμενων εκλογών, ο Τσίπρας έχει επιστρέψει και προηγείται σήμερα του ΠΑΣΟΚ, ενώ ο Ανδρουλάκης επιχειρεί να ανατρέψει ξανά τους συσχετισμούς.
Η ΟΥΣΙΑ
Ο Ανδρουλάκης έχει δίκιο σε ένα βασικό σημείο: ούτε ο Μητσοτάκης ούτε ο Τσίπρας μπορούν να ζητούν από τους πολίτες να ξεχάσουν όσα συνέβησαν στις δικές τους κυβερνητικές περιόδους. Όμως η ευθύνη δεν μοιράζεται μηχανικά στη μέση. Ο Τσίπρας κρίνεται για όσα έκανε τότε. Ο Μητσοτάκης κρίνεται για όσα συμβαίνουν τώρα – και μετά από επτά χρόνια στην εξουσία, η σημερινή κυβέρνηση δεν διαθέτει πια την πολυτέλεια να μεταφέρει μονίμως την ευθύνη στους προκατόχους της. Το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη, δεν αρκεί να το λέει: πρέπει πλέον να αποδείξει ότι μπορεί να πείσει μια κοινωνία που στις δημοσκοπήσεις εξακολουθεί να το τοποθετεί τρίτο.