Alithenia Logo
ALITHENIA
Μετάβαση στο περιεχόμενο
ALITHENIA
ΕΚΤΑΚΤΑ
Χαλκιδική: Το 112 λειτούργησε, αλλά όχι ο κρατικός μηχανισμός Αύξηση της ετοιμότητας για πυρκαγιές: «Κόκκινος συναγερμός» και τον Δεκαπενταύγουστο Πυρκαγιά σε χαμηλή βλάστηση στην Βάρδα Ηλείας – Κινητοποιήθηκαν 3 αεροσκάφη Ισχυροί άνεμοι και υψηλός κίνδυνος πυρκαγιάς σε πολλές περιοχές της Ελλάδας Επιδημία Δυτικού Νείλου: Αύξηση κρουσμάτων και έκτακτοι ψεκασμοί στην Αττική Φωτιά στο Βαθύκοιλο Φθιώτιδας Καραμπόλα τεσσάρων οχημάτων στην Πρέβεζα: Τρεις τραυματίες Πυρκαγιά σε χαμηλή βλάστηση στην Αγορά Δράμας
Ελλάδα

Πολιτικό σύστημα και πολίτες: Ποιος τελικά φταίει;

Κοινοποίηση

Δεν φταίνε μόνο όσοι μας κυβέρνησαν. Φταίμε κι εμείς που μάθαμε να τους ανεχόμαστε 

Υπάρχουν φορές που ο θυμός για όσα συμβαίνουν γύρω μας δεν αρκεί για να περιγράψει αυτό που νιώθουμε. Μετά από χρόνια υποσχέσεων, «μεταρρυθμίσεων», αλλαγών, σωτήρων και νέων αρχών, ο θυμός πολλές φορές δίνει τη θέση του στην αηδία. Αηδία για ένα πολιτικό σύστημα που έμαθε να αλλάζει πρόσωπα και συνθήματα χωρίς να αλλάζει τις βασικές του συνήθειες. Αηδία για κυβερνήσεις διαφορετικών χρωμάτων που επί δεκαετίες έμαθαν να αντιμετωπίζουν τον πολίτη όχι ως άνθρωπο με δικαιώματα, αλλά ως ψηφοφόρο, πελάτη, αριθμό, κοινό προς διαχείριση. Υπάρχει όμως και μια ακόμη πιο δυσάρεστη αλήθεια, την οποία συχνά αποφεύγουμε γιατί πονά περισσότερο: αυτό το σύστημα δεν στέκεται όρθιο μόνο επειδή υπάρχουν εκείνοι που το υπηρετούν από πάνω. Στέκεται και επειδή υπάρχουν αρκετοί από κάτω που έμαθαν να ζουν μέσα του.

Το πελατειακό κράτος δεν είναι απλώς μια ιστορία βουλευτικών γραφείων και κομματικών μηχανισμών. Είναι μια νοοτροπία που καλλιεργήθηκε επί γενιές. Ο πολίτης εκπαιδεύτηκε να μη θεωρεί αυτονόητο ότι μια δημόσια υπηρεσία πρέπει να λειτουργεί, ότι ο νόμος πρέπει να εφαρμόζεται το ίδιο για όλους ή ότι μια θέση πρέπει να καταλαμβάνεται από τον ικανότερο. Έμαθε να ψάχνει «κάποιον». Έναν γνωστό, έναν παράγοντα, έναν άνθρωπο που μπορεί να κάνει ένα τηλέφωνο. Έμαθε να ζητά ως χάρη αυτό που θα έπρεπε να του παρέχεται ως δικαίωμα. Και όταν μια κοινωνία φτάσει σε αυτό το σημείο, η εξουσία έχει ήδη κερδίσει κάτι πολύ σημαντικότερο από μια εκλογική αναμέτρηση: έχει δημιουργήσει εξάρτηση.

Η εξάρτηση αυτή είναι πολύ πιο αποτελεσματική από οποιονδήποτε ωμό εξαναγκασμό. Δεν χρειάζεται να απαγορεύσεις σε έναν άνθρωπο να μιλήσει όταν έχεις καταφέρει να τον κάνεις να φοβάται όσα μπορεί να χάσει αν συγκρουστεί. Δεν χρειάζεται να του πεις ευθέως τι να ψηφίσει όταν έχει περάσει μέσα του η σκέψη ότι αύριο ίσως χρειαστεί εκείνον τον βουλευτή, εκείνον τον δήμαρχο, εκείνον τον κομματικό μηχανισμό. Κάπως έτσι, αντί να έχουμε πολίτες που απαιτούν θεσμούς, δημιουργούμε πολίτες που αναζητούν προστάτες. Και όταν η πολιτική σχέση μετατρέπεται σε προσωπική εξυπηρέτηση, η δημοκρατία παραμένει τυπικά ζωντανή, αλλά αρχίζει να χάνει το πραγματικό της περιεχόμενο.

Θα ήταν όμως πολύ βολικό να σταματήσουμε εδώ και να φορτώσουμε ολόκληρη την ευθύνη στους πολιτικούς. Οι ευθύνες όσων κυβέρνησαν είναι τεράστιες και ασφαλώς μεγαλύτερες από εκείνες του απλού πολίτη. Αυτοί είχαν και έχουν τη δύναμη να νομοθετούν, να οργανώνουν το κράτος, να ελέγχουν πόρους, να οικοδομούν θεσμούς ή να τους αποδυναμώνουν. Όμως δεν μπορούμε ταυτόχρονα να παριστάνουμε ότι εμείς είμαστε πάντα αθώοι παρατηρητές. Γιατί το ίδιο ρουσφέτι που καταγγέλλουμε όταν το παίρνει ο άλλος, πολλές φορές το αναζητούμε όταν πρόκειται για εμάς. Την ίδια αναξιοκρατία που μας εξοργίζει όταν μας αδικεί, μπορεί να τη θεωρήσουμε «ευκαιρία» όταν ευνοεί το παιδί μας. Και τον ίδιο πολιτικό που βρίζουμε στην παρέα ή στα κοινωνικά δίκτυα μπορεί αύριο να προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε, αν πιστεύουμε ότι μπορεί να μας λύσει ένα προσωπικό πρόβλημα.

Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες υποκρισίες της κοινωνίας μας. Θέλουμε αξιοκρατία, αλλά συχνά θέλουμε και μια μικρή εξαίρεση για εμάς. Θέλουμε ισονομία, αρκεί να μην εμποδίσει το προσωπικό μας συμφέρον. Θέλουμε να τιμωρείται η διαφθορά, αλλά πολλές φορές γινόμαστε πολύ πιο επιεικείς όταν αφορά τη δική μας πολιτική παράταξη. Μιλάμε με πάθος για αρχές, μέχρι τη στιγμή που οι αρχές αποκτούν προσωπικό κόστος. Κι έτσι, λίγο λίγο, το σύστημα που καταγγέλλουμε καταφέρνει να επιβιώνει όχι μόνο εξαιτίας εκείνων που το σχεδιάζουν, αλλά και μέσα από εκατομμύρια μικρούς καθημερινούς συμβιβασμούς.

Την ίδια στιγμή έχουμε γίνει μια κοινωνία που ξεσπά πολύ, αλλά αντιδρά ελάχιστα. Θυμώνουμε στις οθόνες μας, βρίζουμε στα κοινωνικά δίκτυα, τσακωνόμαστε για κόμματα, ομάδες, τηλεοπτικά πρόσωπα και κάθε θέμα που θα μας προσφερθεί ως καινούργιο πεδίο σύγκρουσης. Μπορούμε να περάσουμε ώρες πολεμώντας έναν άγνωστο στα σχόλια, αλλά πολύ συχνά δυσκολευόμαστε να υψώσουμε τη φωνή εκεί όπου υπάρχει πραγματικό προσωπικό κόστος. Η σύγχρονη εξουσία δεν φοβάται ιδιαίτερα τον θυμωμένο πολίτη που ξεσπά για λίγα λεπτά μπροστά σε μια οθόνη και ύστερα επιστρέφει στην καθημερινότητά του. Μερικές φορές τον προτιμά κιόλας. Γιατί έχει εκτονώσει την οργή του χωρίς να έχει αλλάξει τίποτα.

Σε αυτό βοηθά και ένας ολόκληρος τρόπος ζωής που μας κρατά διαρκώς απασχολημένους. Ειδήσεις από το πρωί μέχρι το βράδυ, ατελείωτη πληροφορία, κοινωνικά δίκτυα, καταναλωτισμός, τηλεοπτικά θεάματα, τεχνητές αντιπαραθέσεις και μικρές καθημερινές δόσεις φόβου. Αν νιώθουμε άδειοι, υπάρχει πάντα κάτι να αγοράσουμε. Αν νιώθουμε μόνοι, υπάρχουν εκατοντάδες ψηφιακές επαφές. Αν είμαστε θυμωμένοι, υπάρχει πάντα ένας νέος εχθρός που κάποιος θα μας υποδείξει. Αν είμαστε εξαντλημένοι, υπάρχει μια οθόνη για να μη σκεφτούμε. Και κάπως έτσι μπορεί να περνά ολόκληρη η ζωή μας χωρίς να μένει αρκετή σιωπή για να κάνουμε τις πραγματικά επικίνδυνες ερωτήσεις: γιατί δουλεύουμε περισσότερο και νιώθουμε ότι ζούμε χειρότερα; Γιατί οι ίδιοι μηχανισμοί εξουσίας επιβιώνουν ανεξάρτητα από τις εναλλαγές των κομμάτων; Γιατί τόσα σκάνδαλα ξεχνιούνται τόσο γρήγορα; Γιατί τόσες φορές ο ισχυρός φαίνεται να διαθέτει περισσότερους δρόμους διαφυγής από τον απλό πολίτη;

Υπάρχει, τέλος, και η άλλη μεγάλη μας αδυναμία: η διαρκής αναζήτηση σωτήρα. Κάθε λίγα χρόνια περιμένουμε κάποιον που θα έρθει να διορθώσει τα πάντα. Έναν νέο αρχηγό, ένα νέο κόμμα, ένα νέο πρόσωπο που θα εμφανιστεί καθαρό από τις αμαρτίες των προηγουμένων και θα βάλει τάξη σε μια χώρα που επί δεκαετίες αρνείται να κοιτάξει κατάματα τις ίδιες της τις παθογένειες. Όμως κανένας σωτήρας δεν μπορεί να αλλάξει μια κοινωνία που εξακολουθεί να ζητά από την εξουσία προσωπική χάρη αντί για καθολικό δικαίωμα. Καμία πολιτική αλλαγή δεν μπορεί να γίνει πραγματικά βαθιά όσο ο πολίτης παραμένει πελάτης και όσο η κομματική ταυτότητα θεωρείται σημαντικότερη από την αλήθεια.

Κι αυτό είναι που με εξοργίζει περισσότερο. Με εξοργίζουν όσοι κυβέρνησαν και αναπαρήγαγαν αυτό το μοντέλο, όσοι έχτισαν καριέρες πάνω στον φόβο, την εξάρτηση και τη συναλλαγή, όσοι μίλησαν για αξιοκρατία ενώ συντηρούσαν μηχανισμούς ημετέρων, όσοι ανακάλυπταν τη δημοκρατία μόνο όταν βρίσκονταν στην αντιπολίτευση. Αλλά δεν μπορώ να μην αισθάνομαι την ίδια απέχθεια και για τον άνθρωπο που γνωρίζει όλα αυτά και παρ’ όλα αυτά συνεχίζει να τα υπηρετεί όταν τον συμφέρουν. Για εκείνον που ζητά δικαιοσύνη μόνο για τον εαυτό του, που απαιτεί καθαρότητα από τους άλλους αλλά όχι από τη δική του πλευρά, που δηλώνει «αντισυστημικός» μέχρι να χρειαστεί μια προσωπική εξυπηρέτηση και που μετατρέπει την αγανάκτησή του σε καθημερινή παράσταση χωρίς ποτέ να αλλάζει τη δική του συμπεριφορά.

Ίσως γι’ αυτό τίποτα δεν αλλάζει όσο γρήγορα θα έπρεπε. Όχι επειδή είμαστε όλοι ίδιοι, ούτε επειδή ο απλός άνθρωπος έχει την ίδια ευθύνη με εκείνον που ασκεί εξουσία. Αυτή η εξίσωση θα ήταν άδικη. Αλλά επειδή ένα σύστημα δεν επιβιώνει για δεκαετίες μόνο με υπουργούς, επιχειρηματίες και κομματικούς μηχανισμούς. Χρειάζεται και μια κοινωνία που σε κάποιο βαθμό συνηθίζει, προσαρμόζεται, δικαιολογεί και τελικά συμβιβάζεται μαζί του.

Αν πραγματικά θέλουμε κάποτε να αλλάξει κάτι, ίσως πρέπει να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε την πολιτική μόνο ως ζήτημα του ποιος θα κυβερνήσει μετά τις επόμενες εκλογές. Η πραγματική αλλαγή θα αρχίσει όταν πάψουμε να θεωρούμε φυσιολογικό το ρουσφέτι, όταν απαιτούμε τους ίδιους κανόνες ακόμη κι όταν δεν μας βολεύουν, όταν κρίνουμε με την ίδια αυστηρότητα «τους δικούς μας» και «τους άλλους» και όταν πάψουμε να περιμένουμε από κάποιον ισχυρό να μας χαρίσει αυτό που δικαιούμαστε ως πολίτες.

Γιατί είναι εύκολο να ρωτάμε διαρκώς τι μας έκαναν οι κυβερνήσεις, τα κόμματα και το σύστημα. Και πρέπει να το ρωτάμε. Αλλά, αν θέλουμε πραγματικά να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, υπάρχει και μια δεύτερη ερώτηση, πολύ πιο άβολη και ίσως πολύ πιο σημαντική: πόσα από αυτά που μας εξοργίζουν εξακολουθούμε, με μικρές ή μεγάλες πράξεις, να τα συντηρούμε κι εμείς οι ίδιοι;

 

Φίλιππος Χ. Καραγιώργης
Δημοκρατες Π.Κ