Εννέα χρόνια μετά την ψήφιση του ν. 4495/2017, το Συμβούλιο της Επικρατείας βάζει τέλος σε ένα νομοθετικό «παράθυρο» που επέτρεπε, υπό προϋποθέσεις, τη διατήρηση κτισμάτων των οποίων οι οικοδομικές άδειες είχαν ήδη ακυρωθεί αμετάκλητα από τη Δικαιοσύνη.
Με τις αποφάσεις 1182 και 1183/2026, η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικές τις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 110 του ν. 4495/2017, καθώς στην πράξη επέτρεπαν να παρακάμπτεται το αποτέλεσμα τελεσίδικων δικαστικών κρίσεων για ουσιαστικές πολεοδομικές παραβάσεις.
- Μια οικοδομική άδεια που έχει ακυρωθεί αμετάκλητα από δικαστήριο δεν μπορεί ουσιαστικά να «αναβιώνει» αυτόματα μέσω τακτοποίησης.
- Η Πολιτεία έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται στις δικαστικές αποφάσεις.
- Δεν μπορεί να διατηρείται ολόκληρο το κτίριο σαν να εξακολουθούσε να ισχύει η ακυρωθείσα άδεια.
- Η προστασία ενός καλόπιστου ιδιοκτήτη δεν μπορεί να ακυρώνει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας εκείνου που πέτυχε την ακύρωση της άδειας.
- Οι επίμαχες διατάξεις προσκρούουν, μεταξύ άλλων, στις συνταγματικές αρχές για δικαστική προστασία, διάκριση των εξουσιών και πολεοδομικό σχεδιασμό.
Η «αυτόματη αναβίωση» που έκοψε το ΣτΕ
Οι επίμαχες ρυθμίσεις αφορούσαν κτίσματα που είχαν ανεγερθεί με οικοδομική άδεια, η οποία αργότερα ακυρώθηκε δικαστικά επειδή είχε βασιστεί σε ανίσχυρο ή εσφαλμένο πολεοδομικό καθεστώς, χωρίς ο ιδιοκτήτης να έχει υποβάλει ψευδή ή αναληθή στοιχεία.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με το ΣτΕ, ήταν ότι το σύστημα επέτρεπε στα κτίσματα αυτά να υπαχθούν εκ νέου σε ευνοϊκό καθεστώς και να παραμείνουν ουσιαστικά όπως είχαν κατασκευαστεί, παρά το γεγονός ότι ένα δικαστήριο είχε ήδη ακυρώσει την άδεια για ουσιαστικούς πολεοδομικούς λόγους.
Με απλά λόγια:
το κράτος δεν μπορεί να χάνει στο δικαστήριο, να ακυρώνεται μια οικοδομική άδεια και στη συνέχεια να δημιουργεί νομοθετικό μηχανισμό που καταλήγει σχεδόν στο ίδιο αποτέλεσμα με το να μην είχε ακυρωθεί ποτέ.
Το Σύνταγμα πάνω από την «τακτοποίηση»
Το ΣτΕ δεν περιορίστηκε σε μια τεχνική πολεοδομική παρατήρηση. Έθεσε ζήτημα θεσμικής τάξης.
Όταν ένας πολίτης προσφεύγει στη Δικαιοσύνη, κερδίζει αμετάκλητα την υπόθεσή του και ακυρώνεται μια οικοδομική άδεια, η μεταγενέστερη νομοθεσία δεν μπορεί να αδειάζει από περιεχόμενο αυτή τη δικαστική νίκη.
Το κρίσιμο θεσμικό σημείο: η συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις δεν είναι προαιρετική και δεν μπορεί να εξουδετερώνεται εκ των υστέρων με μια γενική διαδικασία «τακτοποίησης».
Το πιο ενοχλητικό: Το ΣτΕ είχε προειδοποιήσει ήδη από το 2015
Και εδώ αρχίζει η πραγματική πολιτική ευθύνη.
Η σημερινή απόφαση δεν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία. Το ίδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας υπενθυμίζει ότι με την απόφαση 1858/2015 είχε ήδη κριθεί αντισυνταγματική ανάλογη διάταξη του προηγούμενου νόμου 4178/2013, ακριβώς επειδή επιχειρούσε να εξαιρέσει από την κατεδάφιση κτίσματα των οποίων οι άδειες είχαν ακυρωθεί αμετάκλητα.
Άρα το συνταγματικό καμπανάκι υπήρχε ήδη. Παρ’ όλα αυτά, το 2017 θεσπίστηκε νέα ρύθμιση για το ίδιο ουσιαστικά ζήτημα και το 2018 τροποποιήθηκε, μέχρι να φτάσουμε εννέα χρόνια αργότερα σε νέα κρίση αντισυνταγματικότητας.
Ευθύνη δύο κυβερνητικών περιόδων – χωρίς βολικά άλλοθι
Η πολιτική ευθύνη πρέπει να αποδοθεί εκεί όπου πραγματικά βρίσκεται.
Η επίμαχη νομοθεσία θεσπίστηκε το 2017 και τροποποιήθηκε το 2018. Επομένως, θα ήταν ανακριβές να παρουσιαστεί ως δημιούργημα της σημερινής κυβέρνησης.
Από την άλλη, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας βρίσκεται στην εξουσία από το 2019 και η επίμαχη διάταξη παρέμεινε στο νομοθετικό πλαίσιο μέχρι την κρίση του ΣτΕ το 2026.
Επτά χρόνια διακυβέρνησης είναι αρκετός χρόνος για να μην μπορεί κανείς να επικαλείται απλώς ότι «βρήκε τον νόμο από τους προηγούμενους». Ιδίως όταν υπήρχε ήδη σαφής νομολογία του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου για το ίδιο συνταγματικό πρόβλημα.
Αυτό δεν απαλλάσσει εκείνους που θέσπισαν τη διάταξη. Αλλά ούτε επιτρέπει στη σημερινή κυβέρνηση να εμφανίζεται ως απλός θεατής μιας νομικής εκκρεμότητας που διατηρήθηκε για χρόνια.
Και τώρα ποιος πληρώνει την αβεβαιότητα;
Η απόφαση αφήνει πλέον ανοιχτά πρακτικά και νομικά ζητήματα για ιδιοκτήτες που είχαν υπαχθεί στη ρύθμιση θεωρώντας ότι ακολουθούν έναν νόμο του κράτους.
Και εδώ βρίσκεται η πιο άβολη πλευρά της υπόθεσης: υπάρχουν πολίτες που μπορεί να ενήργησαν καλόπιστα, έχοντας αρχικά λάβει οικοδομική άδεια από την ίδια τη Διοίκηση, και σήμερα βρίσκονται αντιμέτωποι με νέα αβεβαιότητα επειδή το νομοθετικό πλαίσιο αποδεικνύεται συνταγματικά προβληματικό.
- Τι θα συμβεί με τις ήδη πραγματοποιημένες υπαγωγές στις επίμαχες διατάξεις;
- Ποια διοικητική διαδικασία θα ακολουθηθεί για τα συγκεκριμένα ακίνητα;
- Πώς θα προστατευθούν καλόπιστοι ιδιοκτήτες χωρίς να παρακαμφθούν οι αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις;
- Θα απαιτηθεί νέα νομοθετική παρέμβαση;
- Και κυρίως: γιατί χρειάστηκαν εννέα χρόνια για να κλείσει ένα ζήτημα για το οποίο υπήρχε ήδη ισχυρή συνταγματική προειδοποίηση;
Η Πολιτεία οφείλει τώρα καθαρές απαντήσεις
Η κυβέρνηση καλείται πλέον να ξεκαθαρίσει άμεσα ποια θα είναι η πρακτική συνέπεια των αποφάσεων και πώς θα αντιμετωπιστούν οι περιπτώσεις που είχαν υπαχθεί στο καθεστώς του άρθρου 110.
Δεν αρκεί μια ακόμη τροπολογία που θα μεταθέσει το πρόβλημα για αργότερα. Η νέα ρύθμιση, αν απαιτηθεί, θα πρέπει να σέβεται πραγματικά τόσο το Σύνταγμα και τις δικαστικές αποφάσεις όσο και την ανάγκη να μην αφήνονται πολίτες επί χρόνια εγκλωβισμένοι σε ένα νομοθετικό χάος που δεν δημιούργησαν οι ίδιοι.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα αυθαίρετα. Είναι ο τρόπος που νομοθετεί το κράτος.
Όταν μια ρύθμιση αγγίζει ένα ζήτημα για το οποίο το ΣτΕ έχει ήδη προειδοποιήσει, παραμένει επί χρόνια σε ισχύ και τελικά καταρρέει ξανά ως αντισυνταγματική, η πολιτική ευθύνη δεν εξαφανίζεται μέσα στις νομικές λεπτομέρειες.
Οι κυβερνήσεις αλλάζουν. Οι πολίτες, όμως, είναι αυτοί που μένουν με την αβεβαιότητα, τα ακίνητα και τον λογαριασμό.
Πηγές: Συμβούλιο της Επικρατείας – Ολομέλεια 1182 και 1183/2026, ν. 4495/2017, ν. 4546/2018.