Alithenia Logo
ALITHENIA
Μετάβαση στο περιεχόμενο
ALITHENIA
ΕΚΤΑΚΤΑ
Χαλκιδική: Το 112 λειτούργησε, αλλά όχι ο κρατικός μηχανισμός Αύξηση της ετοιμότητας για πυρκαγιές: «Κόκκινος συναγερμός» και τον Δεκαπενταύγουστο Πυρκαγιά σε χαμηλή βλάστηση στην Βάρδα Ηλείας – Κινητοποιήθηκαν 3 αεροσκάφη Ισχυροί άνεμοι και υψηλός κίνδυνος πυρκαγιάς σε πολλές περιοχές της Ελλάδας Επιδημία Δυτικού Νείλου: Αύξηση κρουσμάτων και έκτακτοι ψεκασμοί στην Αττική Φωτιά στο Βαθύκοιλο Φθιώτιδας Καραμπόλα τεσσάρων οχημάτων στην Πρέβεζα: Τρεις τραυματίες Πυρκαγιά σε χαμηλή βλάστηση στην Αγορά Δράμας
Ελλάδα

ΣτΕ και ιδιωτικά πανεπιστήμια: Εκτεθειμένοι Μητσοτάκης και Τσίπρας

Κοινοποίηση

Το ΣτΕ γκρέμισε το αφήγημα: Η κυβέρνηση έδωσε τις άδειες, ο Τσίπρας έλεγε «δεν θα τα καταργήσουμε»

Οι άδειες τριών μη κρατικών πανεπιστημίων και οι πιστοποιήσεις των προγραμμάτων τους δεν άντεξαν στον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, που διαφήμιζε ένα «αυστηρό» σύστημα αδειοδότησης, αναζητεί τώρα τρόπο να θεραπεύσει όσα ακυρώθηκαν. Ο Αλέξης Τσίπρας, μόλις μία ημέρα πριν από τη δημοσιοποίηση των αποφάσεων, εξηγούσε γιατί δεν θα καταργήσει τα ιδιωτικά πανεπιστήμια αλλά θα διορθώσει τον νόμο Πιερρακάκη. Και στη μέση αυτής της ιστορίας βρίσκεται ένας καθηγητής που επέμεινε να ελεγχθεί η νομιμότητα, προσέφυγε και δικαιώθηκε.

Υπάρχουν πολιτικές υποθέσεις στις οποίες η κυβέρνηση μπορεί να κατηγορήσει τους αντιπάλους της ότι υπερβάλλουν, ότι διαστρεβλώνουν τα γεγονότα, ότι βλέπουν παντού σκάνδαλα ή ότι προσπαθούν να ακυρώσουν μια μεταρρύθμιση για καθαρά ιδεολογικούς λόγους. Υπάρχουν όμως και στιγμές κατά τις οποίες η πολιτική αντιπαράθεση σταματά μπροστά σε κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο: σε αποφάσεις δικαστηρίου. Στην περίπτωση των μη κρατικών πανεπιστημίων, αυτή η στιγμή ήρθε στις 13 Αυγούστου 2026, όταν δημοσιοποιήθηκαν οι αποφάσεις 1167 έως 1172/2026 της επταμελούς σύνθεσης του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με αυτές ακυρώθηκαν τρεις άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας ΝΠΠΕ και οι αντίστοιχες πιστοποιήσεις προγραμμάτων σπουδών, ενώ το ίδιο το ΣτΕ επανέλαβε παράλληλα ότι το συνταγματικό ζήτημα της δυνατότητας λειτουργίας παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων είχε ήδη κριθεί από την Ολομέλεια.

Αυτή η τελευταία λεπτομέρεια έχει μεγάλη σημασία, γιατί αφαιρεί από την κυβέρνηση ένα βολικό επιχείρημα. Δεν έχουμε εδώ μια απόφαση που ακυρώνει τα ιδιωτικά πανεπιστήμια επειδή το ΣτΕ ξαφνικά άλλαξε άποψη για τη συνταγματικότητά τους. Το Δικαστήριο λέει το αντίθετο: το θεσμικό πλαίσιο μπορεί να υπάρχει. Αυτό που εξέτασε ήταν αν η ίδια η διοίκηση τήρησε τους κανόνες που είχαν θεσπιστεί όταν έδωσε τις συγκεκριμένες άδειες και πιστοποιήσεις. Και σε τρεις περιπτώσεις η απάντηση ήταν αρκετά βαριά ώστε οι πράξεις να ακυρωθούν. Άρα το πολιτικό πρόβλημα επιστρέφει εκεί ακριβώς από όπου η κυβέρνηση θα προτιμούσε να το απομακρύνει: όχι στη θεωρητική συζήτηση «δημόσια ή ιδιωτικά πανεπιστήμια», αλλά στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση Μητσοτάκη και ο διοικητικός μηχανισμός που είχε την ευθύνη εφαρμογής του νόμου υλοποίησαν τη δική τους μεταρρύθμιση.

Για μήνες οι πολίτες άκουγαν ότι δεν επρόκειτο να δημιουργηθεί μια ανεξέλεγκτη αγορά εκπαιδευτικών τίτλων. Η κυβέρνηση διαβεβαίωνε ότι οι προϋποθέσεις θα είναι αυστηρές, ότι οι εγκαταστάσεις θα ελέγχονται, ότι η ποιότητα θα πιστοποιείται και ότι οι μηχανισμοί εποπτείας θα αποτελούν εγγύηση πως δεν θα μπορεί να περάσει οτιδήποτε δεν πληροί τα κριτήρια. Ακόμη και μετά τις ακυρωτικές αποφάσεις, το Υπουργείο Παιδείας επέμεινε ότι η Πολιτεία είχε θεσπίσει «αυστηρό πλαίσιο προδιαγραφών», το οποίο ελέγχεται εξίσου αυστηρά από τη Δικαιοσύνη. Μόνο που εδώ γεννιέται ένα απλό ερώτημα που καμία επικοινωνιακή διατύπωση δεν μπορεί να εξαφανίσει: αν το σύστημα ήταν τόσο αυστηρό, γιατί χρειάστηκε να φτάσουν οι άδειες μέχρι το Συμβούλιο της Επικρατείας για να αποκαλυφθεί ότι βασικά τμήματα της διαδικασίας δεν είχαν εφαρμοστεί όπως απαιτούσε ο νόμος;

Δεν πρόκειται για μια λεπτομέρεια που μπορεί να χωρέσει εύκολα στη φράση «διοικητικές πλημμέλειες». Σύμφωνα με την ανακοίνωση των αποφάσεων, στις 1167 και 1169/2026 το ΣτΕ ακύρωσε τις άδειες επειδή ο ΕΟΠΠΕΠ, ο αρμόδιος φορέας για τη βεβαίωση της καταλληλότητας των κτιριακών υποδομών, δεν είχε διαπιστώσει εγκαίρως τη συμμόρφωση προς παρατηρήσεις που ο ίδιος είχε διατυπώσει μετά από επιτόπιο έλεγχο και οι οποίες αφορούσαν κτιριολογικές προσαρμογές και συγκεκριμένα στοιχεία που έπρεπε να προσκομιστούν. Στην 1171/2026, η άδεια ακυρώθηκε επειδή η σύμφωνη γνώμη της ΕΘΑΑΕ είχε διαμορφωθεί κατόπιν έκθεσης επιτροπής αξιολόγησης στην οποία συμμετείχε μέλος με σχέση προς τον ενδιαφερόμενο εκπαιδευτικό φορέα, γεγονός που κατά το Δικαστήριο μπορούσε να δημιουργήσει υπόνοια μεροληψίας. Και με τις 1168, 1170 και 1172/2026 ακυρώθηκαν οι πιστοποιήσεις προγραμμάτων σπουδών, μεταξύ άλλων επειδή τα στοιχεία της σχετικής απόφασης της ΕΘΑΑΕ δεν συνιστούσαν τα συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια που απαιτούσε ο νόμος.

Αυτή είναι η πραγματική εικόνα πίσω από τις ωραίες λέξεις. Ένας ελεγκτικός μηχανισμός για τις εγκαταστάσεις δεν είχε ολοκληρώσει όπως απαιτούνταν τη διαπίστωση της συμμόρφωσης. Μια διαδικασία ακαδημαϊκής αξιολόγησης προσέκρουσε σε ζήτημα αμεροληψίας. Και τα κριτήρια πάνω στα οποία πιστοποιήθηκαν προγράμματα σπουδών κρίθηκαν ανεπαρκώς συγκεκριμένα σε σχέση με όσα απαιτούσε ο ίδιος ο νόμος. Δεν σημαίνει αυτό ότι το ΣτΕ απέδειξε «διαφθορά» της κυβέρνησης και κανένα σοβαρό δημοσίευμα δεν πρέπει να του αποδώσει κάτι που δεν είπε. Σημαίνει, όμως, ότι η εικόνα ενός υποδειγματικά οργανωμένου «επιτελικού κράτους», το οποίο ελέγχει, πιστοποιεί και εγγυάται πριν υπογράψει, δέχθηκε ένα ακόμη ισχυρό πλήγμα. Και αυτό δεν προέρχεται από κάποιο αντιπολιτευτικό φυλλάδιο. Προκύπτει από το γεγονός ότι οι πράξεις που εξέδωσε η διοίκηση ακυρώθηκαν.

Όταν το Υπουργείο αποκαλεί «επιμέρους» όσα έριξαν τις άδειες

Η πρώτη αντίδραση του Υπουργείου Παιδείας είναι ίσως τόσο πολιτικά αποκαλυπτική όσο και οι ίδιες οι αποφάσεις. Αντί η Πολιτεία να ξεκινήσει λέγοντας ότι τρεις άδειες ακυρώθηκαν και επομένως πρέπει να διερευνηθεί εξαντλητικά πώς ακριβώς πέρασαν από όλα τα στάδια του ελέγχου, επέλεξε να δώσει έμφαση στο ότι το θεσμικό πλαίσιο παραμένει συνταγματικό και ότι οι πλημμέλειες αφορούν «επιμέρους ζητήματα διοικητικής διαδικασίας». Στη συνέχεια απαρίθμησε ως τέτοια ζητήματα την ανάγκη περαιτέρω εξειδίκευσης των κριτηρίων πιστοποίησης, το πρόβλημα στη σύνθεση ειδικής επιτροπής αξιολόγησης και τη μη έγκαιρη έκδοση της απαιτούμενης διαπιστωτικής πράξης του ΕΟΠΠΕΠ.

Εδώ υπάρχει ένα σχεδόν σουρεαλιστικό στοιχείο. Η ίδια η ανακοίνωση απαριθμεί προβλήματα που αφορούν τις εγκαταστάσεις, την αμεροληψία της αξιολόγησης και τα κριτήρια ποιότητας των προγραμμάτων σπουδών και, την ίδια στιγμή, επιχειρεί να καθησυχάσει την κοινωνία ότι μιλάμε για ζητήματα εφαρμογής και όχι για τον νόμο. Μα φυσικά και μιλάμε για την εφαρμογή. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Οι κυβερνήσεις δεν κρίνονται μόνο από το αν μπορούν να ψηφίσουν έναν νόμο που αντέχει έναν αφηρημένο συνταγματικό έλεγχο. Κρίνονται και από το αν μπορούν να τον εφαρμόσουν χωρίς οι πράξεις της διοίκησής τους να ακυρώνονται όταν κάποιος τις ελέγξει δικαστικά.

Και εδώ είναι που ο πολιτικός αυτοθαυμασμός για το «αυστηρό πλαίσιο» γυρίζει μπούμερανγκ. Όσο αυστηρότερο υποστηρίζει η κυβέρνηση ότι ήταν το πλαίσιο, τόσο δυσκολότερη γίνεται η απάντηση στο ερώτημα γιατί δεν εφαρμόστηκε σωστά πριν δοθούν οι άδειες. Αν πράγματι υπήρχαν όλες αυτές οι δικλίδες ασφαλείας, τότε ποια δικλίδα απέτυχε; Αν οι έλεγχοι ήταν εξονυχιστικοί, γιατί η συμμόρφωση προς τις κτιριακές παρατηρήσεις δεν είχε διαπιστωθεί όπως έπρεπε; Αν η ακαδημαϊκή εποπτεία ήταν θωρακισμένη, πώς προέκυψε υπόνοια μεροληψίας που ήταν αρκετή για ακύρωση άδειας; Και αν το κράτος είχε δημιουργήσει σαφή και αυστηρά κριτήρια για τα προγράμματα σπουδών, γιατί το ΣτΕ έκρινε ότι αυτά που χρησιμοποιήθηκαν δεν ήταν τα συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια που απαιτούσε ο νόμος;

Η Μαργαρίτα Συγγενιώτου, σε μια εξαιρετικά αιχμηρή δημόσια παρέμβασή της, το έθεσε με πολύ πιο σκληρούς όρους, μιλώντας για τη γνωστή λογική μιας «αεριτζίδικης ανάπτυξης». Η φράση είναι δική της πολιτική αξιολόγηση και μπορεί ασφαλώς κάποιος να τη θεωρήσει υπερβολική. Εκείνο όμως που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η ουσία της παρατήρησής της: τα κτιριακά ζητήματα, όπως υποστηρίζει, δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά μετά την απόφαση του ΣτΕ αλλά είχαν συζητηθεί ήδη από το 2025. Και κυρίως προειδοποιεί ότι δεν πρέπει να βιαζόμαστε να θεωρήσουμε την υπόθεση λήξασα πριν έχουμε μπροστά μας το πλήρες σκεπτικό των αποφάσεων.

Η ίδια αναφέρεται επίσης σε δημοσίευμα που θέτει ένα ακόμη σοβαρό ερώτημα για το είδος της σχέσης μεταξύ ορισμένων ελληνικών φορέων και των μητρικών πανεπιστημίων, χρησιμοποιώντας τη συζήτηση «παράρτημα ή franchise». Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Το επίσημο περίγραμμα των αποφάσεων αναφέρει ότι απορρίφθηκε συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης σχετικά με την αναγνώριση των προγραμμάτων από το μητρικό ίδρυμα και σημειώνει ότι υπήρχε εκπαιδευτική συμφωνία βάσει της οποίας το μητρικό ίδρυμα ελέγχει το ΝΠΠΕ. Συνεπώς, μέχρι να μελετηθούν τα πλήρη κείμενα των αποφάσεων, κανείς σοβαρός δεν δικαιούται να παρουσιάζει την υπόθεση του «franchise» ως ήδη δικαστικά αποδεδειγμένο γεγονός. Αυτό, όμως, ενισχύει και όχι αποδυναμώνει το βασικό επιχείρημα της Συγγενιώτου: πρώτα διαβάζουμε ολόκληρη την απόφαση και μετά ανακοινώνουμε πόσο εύκολο είναι να διορθωθούν όλα.

Κι όμως, το Υπουργείο έσπευσε αμέσως να διαβεβαιώσει ότι το ακαδημαϊκό έτος «δεν θα χαθεί για κανέναν φοιτητή» και ότι θα γίνουν όλες οι απαραίτητες ενέργειες για την απρόσκοπτη συνέχιση των σπουδών. Η πρόθεση προστασίας των φοιτητών είναι όχι απλώς σωστή αλλά αυτονόητη. Οι φοιτητές είναι οι τελευταίοι άνθρωποι που μπορεί να χρεωθούν το σημερινό αδιέξοδο. Εμπιστεύθηκαν άδειες της Ελληνικής Δημοκρατίας. Δεν όφειλαν να ελέγξουν μόνοι τους τον ΕΟΠΠΕΠ, τις επιτροπές της ΕΘΑΑΕ ή την κανονιστική επάρκεια των κριτηρίων. Όταν ένα κράτος λέει σε μια οικογένεια ότι ένας φορέας έχει αδειοδοτηθεί για να παρέχει πανεπιστημιακές σπουδές, η οικογένεια δικαιούται να θεωρεί ότι το κράτος έκανε προηγουμένως τη δουλειά του.

Το δύσκολο ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν πρέπει να προστατευτούν οι φοιτητές. Πρέπει. Το δύσκολο είναι πώς ακριβώς θα γίνει αυτό νόμιμα μετά τις ακυρώσεις. Ο Πάνος Λαζαράτος το έθεσε δημόσια με τρόπο που το Υπουργείο δεν μπορεί να προσπεράσει με μία καθησυχαστική ανακοίνωση: αν οι άδειες και οι σχετικές πράξεις πιστοποίησης έχουν ακυρωθεί, με ποιον μηχανισμό μπορεί να εξασφαλιστεί αναδρομικά η εγκυρότητα του ακαδημαϊκού έτους χωρίς να δημιουργηθεί ένα καινούργιο νομικό πρόβλημα; Δεν είναι ερώτηση εχθρική προς τους φοιτητές. Είναι ακριβώς το αντίθετο. Η πραγματική προστασία των φοιτητών δεν είναι μια πολιτική υπόσχεση ότι «θα βρούμε τρόπο». Είναι μια λύση τόσο νομικά θωρακισμένη ώστε να μη βρεθούν οι ίδιοι άνθρωποι ξανά σε αβεβαιότητα λίγους μήνες αργότερα.

Ο άνθρωπος που επέμεινε – και το κράτος που αναγκάστηκε να ελεγχθεί

Μέσα στον θόρυβο της πολιτικής αντιπαράθεσης υπάρχει ένας άνθρωπος στον οποίο πρέπει να αποδοθεί κάτι πολύ συγκεκριμένο, χωρίς υπερβολές και χωρίς αγιογραφίες. Ο Παναγιώτης Λαζαράτος, καθηγητής Διοικητικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ, προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά των συγκεκριμένων αδειών και είδε τις αιτήσεις να γίνονται δεκτές. Η πανεπιστημιακή του ιδιότητα και η μακρά του ενασχόληση με το Διοικητικό Δίκαιο είναι καταγεγραμμένες από το ίδιο το ΕΚΠΑ, ενώ τα δημοσιεύματα για τις αποφάσεις επιβεβαιώνουν τον κεντρικό ρόλο των προσφυγών του στην υπόθεση.

Μετά την έκδοση των αποφάσεων έγραψε «Ο επιμένων νικά». Θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας δικαιολογημένος προσωπικός πανηγυρισμός έπειτα από μια μακρά δικαστική διαδρομή. Υπάρχει όμως κάτι σημαντικότερο πίσω από τη φράση. Ο Λαζαράτος δεν περιορίστηκε σε ένα post, σε μια τηλεοπτική εμφάνιση ή σε μια γενική καταγγελία ότι «κάτι δεν πάει καλά». Χρησιμοποίησε τον θεσμικό δρόμο που υπάρχει ακριβώς για τέτοιες περιπτώσεις: προσέφυγε στη Δικαιοσύνη, διατύπωσε νομικούς λόγους ακύρωσης και περίμενε να κριθούν. Το αποτέλεσμα ήταν ότι πράξεις της διοίκησης που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαν πλήρη κρατική σφραγίδα ακυρώθηκαν.

Αυτό είναι και η καλύτερη απάντηση σε όσους προσπάθησαν ή θα προσπαθήσουν να υποβαθμίσουν την υπόθεση εξετάζοντας μόνο ποιοι είχαν οικονομικό συμφέρον να προσφύγουν. Ναι, στις συγκεκριμένες διαμάχες υπήρχαν συμφέροντα. Φυσικά υπήρχαν. Στον διοικητικό δικαστικό έλεγχο προσφεύγει εκείνος που έχει έννομο συμφέρον και πολύ συχνά οι μεγάλες υποθέσεις φτάνουν στα δικαστήρια ακριβώς επειδή διαφορετικά συμφέροντα συγκρούονται. Αυτό δεν είναι κάποια σκοτεινή αποκάλυψη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: οι λόγοι ακύρωσης ήταν βάσιμοι ή όχι; Αν δεν ήταν, το ΣτΕ θα τους απέρριπτε. Σε κρίσιμα σημεία δεν τους απέρριψε.

Η Συγγενιώτου απάντησε εύστοχα και σε εκείνους που φαίνεται να ενοχλούνται επειδή το φρένο δεν προέκυψε από την πολιτική ή κοινωνική δύναμη που οι ίδιοι θα προτιμούσαν. Η νομιμότητα δεν γίνεται λιγότερο σημαντική επειδή εκείνος που την επικαλέστηκε είχε διαφορετικό πολιτικό ή οικονομικό κίνητρο από το δικό μας. Κι αν κάποιος θεωρεί ότι μια τόσο μεγάλη κυβερνητική μεταρρύθμιση έπρεπε να έχει ελεγχθεί νωρίτερα και αυστηρότερα από την πολιτική αντιπολίτευση, τα πανεπιστήμια, τους κοινωνικούς φορείς ή το ίδιο το κράτος, τότε η σωστή ερώτηση δεν είναι «γιατί προσέφυγε ο Λαζαράτος;». Είναι γιατί χρειάστηκε ο Λαζαράτος να προσφύγει για να φτάσουμε σε αυτόν τον έλεγχο;

Αναγνώριση αξίζει και στον ίδιο τον θεσμό της δικαστικής κρίσης όταν λειτουργεί ως πραγματικό αντίβαρο στη διοίκηση. Η επταμελής σύνθεση του Γ΄ Τμήματος είχε πρόεδρο τον Δ. Κυριλλόπουλο και εισηγητή τον Πάρεδρο Ε. Αργυρό, σύμφωνα με την ανακοίνωση των αποφάσεων. Ο Λαζαράτος επέλεξε μάλιστα στη δική του ανάρτηση να αναφέρει τα πρόσωπα της σύνθεσης και να γράψει ότι «οι γενναίες αποφάσεις έχουν και όνομα και επώνυμο». Η ουσία δεν είναι να μετατρέψουμε τους δικαστές σε πολιτικούς ήρωες — αυτό θα ήταν εξίσου λάθος. Η ουσία είναι να αναγνωρίζουμε την αξία ενός θεσμού ακριβώς όταν κάνει αυτό που οφείλει: ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων της εξουσίας, ακόμη κι όταν πρόκειται για μια κεντρική και πολυδιαφημισμένη κυβερνητική μεταρρύθμιση.

Αυτό ισχύει και για το γνωστό επιχείρημα «τώρα σας αρέσει η Δικαιοσύνη;». Η Δικαιοσύνη δεν είναι ποδοσφαιρική ομάδα ώστε ένας πολίτης να υποχρεώνεται είτε να χειροκροτεί όλες τις αποφάσεις της είτε να τις απορρίπτει όλες. Κάθε δικαστική απόφαση μπορεί και πρέπει να κρίνεται ως προς το σκεπτικό και τις συνέπειές της. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν σημαίνει άκριτη λατρεία τους. Σημαίνει ότι αποδεχόμαστε τον θεσμικό έλεγχο ακόμη κι όταν το αποτέλεσμα δεν βολεύει την κυβέρνηση, την αντιπολίτευση, έναν επιχειρηματία ή τη δική μας πολιτική προτίμηση.

Και κάπου εδώ εμφανίζεται ο Τσίπρας – όχι «η αντιπολίτευση», ο Τσίπρας

Η υπόθεση, όμως, δεν τελειώνει στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Και εδώ χρειάζεται ακρίβεια: δεν μιλάμε γενικά για την αντιπολίτευση. Υπήρξαν αντιπολιτευτικές δυνάμεις που είχαν διαφορετική θέση και ζήτησαν την κατάργηση του νόμου ή των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Ο ΣΥΡΙΖΑ, για παράδειγμα, είχε δημοσίως υποστηρίξει ότι ο νόμος Πιερρακάκη πρέπει να καταργηθεί, ενώ η Νέα Αριστερά είχε επιτεθεί ακριβώς στην επιλογή της ΕΛΑΣ να διατηρήσει τα ιδρύματα. Το πρόσωπο που μπαίνει εδώ ξεχωριστά στο κάδρο της πολιτικής αξιοπιστίας είναι ο Αλέξης Τσίπρας και το νέο κόμμα του.

Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη είχε ξεκαθαρίσει ήδη από τον Ιούλιο τη θέση της με μια φράση που δύσκολα μπορεί να ερμηνευθεί διαφορετικά: «Δεν θα τα είχαμε ιδρύσει, αλλά δεν θα τα καταργήσουμε». Η τομεάρχης Παιδείας Ιωάννα Λαλιώτου εξηγούσε ότι τα ιδιωτικά πανεπιστήμια αποτελούν πλέον μια de facto πραγματικότητα, ότι υπάρχουν οικογένειες και νέοι που έχουν επενδύσει σε αυτήν και ότι η ΕΛΑΣ, αντί να τα καταργήσει, θα αλλάξει ριζικά τον νόμο Πιερρακάκη, εισάγοντας αυστηρότερο έλεγχο και λογοδοσία.

Θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει αυτή τη θέση ρεαλιστική. Το επιχείρημα της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας ανθρώπων που έχουν ήδη οργανώσει τη ζωή τους γύρω από μια νέα πραγματικότητα είναι σοβαρό και δεν πρέπει να γελοιοποιείται. Το πρόβλημα για τον Τσίπρα είναι ότι η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από το πόσο συνετά ακούγεται μια διατύπωση τη στιγμή που γίνεται. Κρίνεται και από το τι αποκαλύπτουν τα γεγονότα λίγο αργότερα. Και εδώ ο χρονισμός υπήρξε σχεδόν αμείλικτος.

Στις 12 Αυγούστου 2026, μία ημέρα πριν από τη δημοσιοποίηση των αποφάσεων, ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας επανέλαβε τη γραμμή του. Δήλωσε ότι, εφόσον η ΕΛΑΣ κυβερνήσει, θα αλλάξει τον νόμο Πιερρακάκη με ένα νέο πλαίσιο που θα διασφαλίζει τον μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα των μη κρατικών πανεπιστημίων και την ποιότητα των σπουδών. Επικαλέστηκε επίσης την ανάγκη σεβασμού των δικαστικών αποφάσεων και προστασίας των παιδιών που φοιτούν σε αυτά τα ιδρύματα. Η θέση του δεν ήταν ότι συμφωνεί με τον νόμο της κυβέρνησης ούτε ότι εγκρίνει τον τρόπο εφαρμογής του. Ήταν, όμως, ξεκάθαρα η θέση ότι το δημιούργημα της κυβέρνησης Μητσοτάκη δεν θα καταργηθεί· θα διορθωθεί και θα συνεχίσει να λειτουργεί υπό νέους κανόνες.

Την επόμενη ημέρα το ΣτΕ ακύρωσε τρεις άδειες και τις αντίστοιχες πιστοποιήσεις.

Αυτό δεν αποδεικνύει ότι ο Τσίπρας γνώριζε τι θα έκρινε το Δικαστήριο ούτε ότι είχε οποιαδήποτε συνεννόηση με την κυβέρνηση. Τέτοιες κατηγορίες χωρίς στοιχεία θα ήταν ανεύθυνες. Αποκαλύπτει, όμως, μια πολιτική αντίφαση που είναι απολύτως θεμιτό να τον ακολουθήσει. Ο άνθρωπος που παρουσιάζει τον εαυτό του ως εναλλακτική λύση απέναντι στον Μητσοτάκη είχε ήδη αποδεχθεί ως πολιτικό τετελεσμένο μια από τις πιο εμβληματικές μεταρρυθμίσεις του Μητσοτάκη και είχε μεταφέρει τη συζήτηση από το «θα υπάρχει ή όχι» στο «με ποιους καλύτερους κανόνες θα υπάρχει». Λίγες ώρες αργότερα αποδεικνυόταν ότι ακόμη και η αρχική εφαρμογή αυτής της πραγματικότητας είχε σοβαρά προβλήματα νομιμότητας.

Εκεί βρίσκεται και η δύναμη της παρατήρησης της Συγγενιώτου για το «πολιτικό μπετονάρισμα». Το νομικό πλαίσιο είχε ήδη ενισχυθεί από τις προηγούμενες αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ. Αυτό είναι ένα γεγονός που μια επόμενη κυβέρνηση θα έπρεπε να αντιμετωπίσει. Άλλο όμως αυτό και άλλο να προσφέρει η ίδια μια πολιτική δέσμευση ότι δεν θα καταργήσει τα ιδρύματα. Όταν η βασική δύναμη που φιλοδοξεί να αντικαταστήσει τον Μητσοτάκη δηλώνει πως θα διατηρήσει μια εμβληματική επιλογή του και απλώς θα αλλάξει τους όρους λειτουργίας της, ο Μητσοτάκης κερδίζει κάτι πολύ σημαντικό: η επιλογή του παύει να εμφανίζεται ως προσωρινή πολιτική της ΝΔ και αρχίζει να μοιάζει με μόνιμο στοιχείο του συστήματος, ανεξάρτητα από το ποιος θα κυβερνά.

Γι’ αυτό και η αντίδραση της ΕΛΑΣ μετά την απόφαση δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερο ζήτημα αξιοπιστίας. Στις 13 Αυγούστου το κόμμα του Τσίπρα επιτέθηκε στην κυβέρνηση για «βιασύνη και προχειρότητα», υποστήριξε ότι εκατοντάδες φοιτητές μπαίνουν σε περιπέτειες και διακήρυξε ότι δεν θα επιτρέψει «σκοπιμότητες και ασυδοσία» στην ανώτατη εκπαίδευση. Η κριτική προς την κυβέρνηση μπορεί να είναι απολύτως βάσιμη. Αλλά δεν μπορεί να σβήσει την προηγούμενη θέση σαν να μην υπήρξε ποτέ. Αν το πρόβλημα είναι σήμερα τόσο σοβαρό ώστε να μιλάς για σκοπιμότητες και ασυδοσία, ο πολίτης δικαιούται να ρωτήσει γιατί πριν από λίγες εβδομάδες είχες ήδη δεσμευτεί ότι τα ιδρύματα δεν θα καταργηθούν και μόλις την προηγουμένη της απόφασης εξηγούσες πώς θα συνεχίσουν να λειτουργούν κάτω από τον δικό σου νόμο.

Το ερώτημα προς τον Τσίπρα δεν είναι λοιπόν «γιατί δεν ήξερες την απόφαση που θα έβγαινε αύριο;». Αυτό θα ήταν παράλογο. Το πραγματικό ερώτημα είναι βαθύτερο: γιατί ένας πολιτικός που ζητά από την κοινωνία να τον εμπιστευθεί ξανά ως ριζικά διαφορετική εναλλακτική έσπευσε να αποδεχθεί ως δεδομένο το βασικό αποτέλεσμα μιας κυβερνητικής μεταρρύθμισης πριν ακόμη εξαντληθεί ο έλεγχος του τρόπου με τον οποίο αυτή εφαρμόστηκε;

Και εδώ εμφανίζεται ένα γνώριμο πρόβλημα της πολιτικής Τσίπρα: η απόσταση ανάμεσα στη ρητορική της αλλαγής και στην πρακτική της διαχείρισης των ήδη διαμορφωμένων τετελεσμένων. Μπορεί κάποιος να συμφωνήσει μαζί του ότι μια κυβέρνηση οφείλει να λαμβάνει υπόψη πραγματικές ζωές, φοιτητές, επενδύσεις οικογενειών και δικαστικές αποφάσεις. Αυτό είναι υπεύθυνη πολιτική σκέψη. Αλλά τότε δεν μπορεί ταυτόχρονα να παρουσιάζεται η συγκεκριμένη επιλογή σαν ρήξη με τη Νέα Δημοκρατία. Στο συγκεκριμένο θέμα, η διαφορά που περιέγραψε ο Τσίπρας δεν ήταν «ο Μητσοτάκης τα δημιούργησε, εγώ θα τα καταργήσω». Ήταν «ο Μητσοτάκης τα δημιούργησε με αυτόν τον νόμο, εγώ θα τα κρατήσω με άλλον νόμο».

Αυτό δεν είναι ταύτιση των δύο πολιτικών αρχηγών και θα ήταν λάθος να παρουσιαστεί έτσι. Είναι, όμως, ένα πραγματικό σημείο πολιτικής συνέχειας. Και όταν ο Τσίπρας επιχειρεί να επιστρέψει ως η εναλλακτική απέναντι σε μια κυβέρνηση την οποία κατηγορεί για αναξιοπιστία, πελατειακές σχέσεις και εξυπηρέτηση ισχυρών συμφερόντων, έχει ο ίδιος μεγαλύτερη υποχρέωση να εξηγεί πού ακριβώς τελειώνει η διαχείριση των επιλογών Μητσοτάκη και πού αρχίζει η δική του διαφορετική πολιτική.

Η ασφάλεια δικαίου δεν σημαίνει «πρώτα άδεια και μετά βλέπουμε»

Υπάρχει ένα επιχείρημα που ακούγεται συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις: ότι η Ελλάδα πρέπει να είναι φιλική στις επενδύσεις και ότι συνεχείς ακυρώσεις, προσφυγές και δικαστικές εμπλοκές δημιουργούν ανασφάλεια στους επενδυτές. Η Συγγενιώτου απάντησε σε αυτή τη λογική με έναν τρόπο που αξίζει να ληφθεί σοβαρά, πέρα από τον πολιτικό τόνο της ανάρτησής της. Ασφάλεια δικαίου δεν είναι να ψηφίζεις έναν νόμο και ύστερα να αφήνεις την εφαρμογή του να γίνεται περίπου κατά βούληση για να μη δυσαρεστηθεί όποιος έχει ήδη επενδύσει. Ασφάλεια δικαίου είναι να γνωρίζουν όλοι από την αρχή τους κανόνες, να εφαρμόζονται οι ίδιοι κανόνες σε όλους και να ξέρει ο σοβαρός επενδυτής ότι ούτε ο ίδιος ούτε ο ανταγωνιστής του μπορεί να πάρει μια άδεια χωρίς να έχει προηγουμένως εκπληρώσει τις ίδιες απαιτήσεις.

Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο στην ανώτατη εκπαίδευση. Δεν ανοίγουμε ένα οποιοδήποτε κατάστημα. Μιλάμε για ιδρύματα που εκπαιδεύουν γιατρούς, νομικούς και άλλους επιστήμονες, χορηγούν τίτλους σπουδών και δημιουργούν εύλογες προσδοκίες επαγγελματικών δικαιωμάτων. Η απαίτηση αυστηρού κτιριακού ελέγχου, αμερόληπτης αξιολόγησης και πραγματικά συγκεκριμένων ακαδημαϊκών κριτηρίων δεν είναι γραφειοκρατική εχθρότητα προς την επένδυση. Είναι το ελάχιστο που χρειάζεται για να μπορεί η λέξη «πανεπιστήμιο» να διατηρεί κάποιο περιεχόμενο. Αν ο επενδυτής θέλει ένα κράτος που θα τον ελέγξει σοβαρά και θα εγγυηθεί έτσι την αξιοπιστία της άδειάς του, τότε το κράτος δικαίου είναι σύμμαχός του. Αν θέλει ένα κράτος που πρώτα θα δώσει άδεια και μετά θα διορθώσει ό,τι βρεθεί στην πορεία, τότε δεν ζητά ασφάλεια δικαίου. Ζητά κάτι εντελώς διαφορετικό.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η υπόθεση δεν πρέπει να κλείσει με μια γρήγορη επαναδειοδότηση και ένα «πάμε παρακάτω». Αν τα προβλήματα μπορούν πράγματι να θεραπευτούν, ας θεραπευτούν. Αν τα ιδρύματα πληρούν τελικά όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις, ας πάρουν άδεια με διαδικασία που δεν θα μπορεί να αμφισβητηθεί. Αν οι φοιτητές μπορούν να προστατευτούν χωρίς νέα νομικά κενά, ας προστατευτούν μέχρι τελευταίου. Αλλά πριν συμβούν όλα αυτά, η κυβέρνηση οφείλει μια εξήγηση για το προηγούμενο στάδιο. Δεν γίνεται κάθε κυβερνητικό λάθος να αντιμετωπίζεται σαν τεχνική βλάβη που διορθώνεται χωρίς να αναζητείται ποτέ ποιος είχε την πολιτική ευθύνη όταν δημιουργήθηκε.

Το ερώτημα «ποιος ελέγχει τον ελεγκτή;», που τέθηκε δημόσια και από τον δικηγόρο Θανάση Καμπαγιάννη στο πλαίσιο της συζήτησης, είναι γι’ αυτό πολύ πιο σοβαρό από τις οξείες διατυπώσεις που μπορεί να συνοδεύουν τέτοιες παρεμβάσεις. Αν η ΕΘΑΑΕ ελέγχει την ποιότητα, ποιος διασφαλίζει ότι η διαδικασία της είναι αμερόληπτη και βασισμένη σε επαρκώς συγκεκριμένα κριτήρια; Αν ο ΕΟΠΠΕΠ ελέγχει τις εγκαταστάσεις, ποιος διασφαλίζει ότι η άδεια δεν προηγείται της ολοκλήρωσης όσων ο ίδιος ο έλεγχος απαιτεί; Και όταν τελικά οι πράξεις περάσουν όλα τα διοικητικά φίλτρα, πρέπει να χρειάζεται πάντοτε ένας ιδιώτης να χρηματοδοτήσει μια προσφυγή μέχρι το ΣτΕ για να μάθουμε αν τηρήθηκαν οι κανόνες;

Αυτή η τελευταία ερώτηση ίσως εξηγεί και τον έντονο δημόσιο ενθουσιασμό που παρατηρήθηκε μετά τις αποφάσεις. Δεν χρειάζεται να πιστέψει κάποιος ότι κάθε πολίτης που πανηγύρισε γνωρίζει τον ν. 5094/2024 ή έχει μελετήσει τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Το πολιτικό μήνυμα είναι διαφορετικό: ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας φαίνεται πλέον τόσο καχύποπτο απέναντι στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το κράτος, ώστε όταν ένα δικαστήριο ακυρώνει κρατικές άδειες δεν αντιδρά με έκπληξη αλλά με ένα σχεδόν κυνικό «το περιμέναμε». Αυτό δεν αποτελεί απόδειξη διαφθοράς. Αποτελεί όμως καταδίκη της κυβερνητικής αξιοπιστίας.

Και ίσως αυτό είναι τελικά πολύ πιο καταστροφικό για μια κυβέρνηση από μια οποιαδήποτε βαριά κατηγορία της αντιπολίτευσης. Μια κατηγορία μπορεί να διαψευστεί, να αποδοθεί σε κομματικό φανατισμό ή να χαθεί στον θόρυβο της επικαιρότητας. Η απώλεια εμπιστοσύνης λειτουργεί διαφορετικά. Συσσωρεύεται. Κάθε φορά που ο πολίτης ακούει «όλα ελέγχθηκαν», θυμάται τις φορές που αργότερα αποδείχθηκε ότι τα πράγματα ήταν πιο σύνθετα. Κάθε φορά που ακούει «αυστηρό πλαίσιο», αναρωτιέται ποιος το εφάρμοσε. Και κάθε φορά που ακούει «μην ανησυχείτε, θα διορθωθεί», αναρωτιέται γιατί δεν έγινε σωστά πριν χρειαστεί διόρθωση.

Δύο διαφορετικά προβλήματα αξιοπιστίας – και κάποιοι που πραγματικά αξίζουν αναγνώριση

Στο τέλος αυτής της ιστορίας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Αλέξης Τσίπρας δεν βρίσκονται στην ίδια θέση και δεν πρέπει να τους φορτώσουμε την ίδια ευθύνη για να δημιουργήσουμε ένα εύκολο «όλοι ίδιοι είναι». Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει τη συγκεκριμένη πολιτική ευθύνη μιας μεταρρύθμισης που θεσμοθέτησε και μιας διοικητικής εφαρμογής μέσα από την οποία εκδόθηκαν άδειες που στη συνέχεια ακυρώθηκαν. Ο Τσίπρας δεν εξέδωσε αυτές τις άδειες. Το δικό του πρόβλημα είναι διαφορετικό: φιλοδοξεί να γίνει η εναλλακτική απέναντι στον Μητσοτάκη, αλλά στο συγκεκριμένο πεδίο επέλεξε να αποδεχθεί τη διατήρηση της βασικής κυβερνητικής επιλογής και να υποσχεθεί καλύτερη διαχείρισή της.

Για τον Μητσοτάκη το ερώτημα είναι: πώς πέρασαν; Για τον Τσίπρα είναι: γιατί βιάστηκες να πεις ότι θα τα κρατήσεις;

Η κυβέρνηση πρέπει να εξηγήσει πώς εκδόθηκαν οι άδειες πριν να έχουν κλείσει με τρόπο που άντεχε στον δικαστικό έλεγχο τα ζητήματα των εγκαταστάσεων, της αξιολόγησης και των κριτηρίων πιστοποίησης. Ο Τσίπρας πρέπει να εξηγήσει γιατί, ενώ ζητά μια δεύτερη ευκαιρία από τους πολίτες ως φορέας πολιτικής αλλαγής, επέλεξε να αναγνωρίσει ως μονιμότερη πραγματικότητα μια τόσο εμβληματική επιλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη και να δεσμευτεί ότι δεν θα την ανατρέψει αλλά θα τη ρυθμίσει καλύτερα. Οι απαντήσεις μπορεί να είναι διαφορετικές και ίσως σε κάποιο βαθμό εύλογες. Αλλά η υποχρέωση να δοθούν υπάρχει.

Απέναντι σε αυτούς, όμως, υπάρχουν και πρόσωπα που σε αυτή τη συγκεκριμένη υπόθεση δικαιούνται πραγματική αναγνώριση. Πρώτος ο Παναγιώτης Λαζαράτος, όχι επειδή πρέπει ξαφνικά να συμφωνεί κανείς μαζί του για τα πάντα, αλλά επειδή έκανε εκείνο που έχει αξία σε ένα κράτος δικαίου: αμφισβήτησε νομικά την κρατική πράξη, επέμεινε και δικαιώθηκε. Ο ίδιος μίλησε για προσωπικό αγώνα και χαρακτήρισε τις αποφάσεις μήνυμα εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη και στην ανάγκη υψηλού επιπέδου Παιδείας.

Αναγνώριση αξίζει επίσης στη δικαστική σύνθεση που εξέτασε τις υποθέσεις χωρίς το πολιτικό βάρος της «μεγάλης μεταρρύθμισης» να μετατραπεί σε ασυλία για τις διοικητικές πράξεις. Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε κανέναν δικαστή ούτε να υποκριθούμε ότι από μία απόφαση λύθηκαν όλα τα προβλήματα της ελληνικής Δικαιοσύνης. Η αξία βρίσκεται ακριβώς στην κανονικότητα που θα έπρεπε να θεωρούμε αυτονόητη: η κυβέρνηση νομοθετεί, η διοίκηση αποφασίζει, ο πολίτης έχει δικαίωμα να προσφύγει και ο δικαστής έχει εξουσία να ακυρώσει την απόφαση της κυβέρνησης όταν αυτή δεν συμβαδίζει με τον νόμο.

Αξία έχουν τέλος και οι δημόσιες φωνές που δεν άφησαν την υπόθεση να μετατραπεί σε ένα απλό δελτίο Τύπου του Υπουργείου. Η παρέμβαση της Συγγενιώτου, παρά την έντονη πολιτική της γλώσσα, υπενθύμισε κάτι απολύτως σωστό: δεν ξέρουμε ακόμη όλες τις συνέπειες αν δεν διαβάσουμε τα πλήρη σκεπτικά. Οι νομικοί που έθεσαν δημόσια ερωτήματα για το τι σημαίνει η ακύρωση για τις άδειες, τα προγράμματα και τους φοιτητές συμβάλλουν πολύ περισσότερο στην ουσιαστική ενημέρωση από εκείνους που έσπευσαν από το πρώτο λεπτό είτε να πανηγυρίσουν ότι «καταργήθηκαν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια» —κάτι που δεν συνέβη— είτε να καθησυχάσουν ότι πρόκειται για μερικά τεχνικά θέματα που θα τακτοποιηθούν αμέσως.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα από όσα συνέβησαν: η δημοκρατία λειτουργεί όταν κάποιος επιμένει να ρωτά ακόμη και αφού η κυβέρνηση έχει πει ότι το θέμα έκλεισε. Όταν ένας καθηγητής λέει «ελέγξτε το», όταν δικηγόροι και δημόσιες φωνές αναζητούν τις συνέπειες, όταν το δικαστήριο δεν θεωρεί την κρατική σφραγίδα τεκμήριο αλάθητου και όταν η κοινωνία απαιτεί να μάθει τι ακριβώς έγινε, έχουμε το μόνο είδος ελέγχου που μπορεί να προστατεύσει πραγματικά και τους πολίτες και τους σοβαρούς επενδυτές και, στην προκειμένη περίπτωση, τους ίδιους τους φοιτητές.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη μπορεί αύριο να θεραπεύσει τις διαδικασίες. Μπορεί να εξειδικεύσει τα κριτήρια, να ολοκληρώσει τους απαιτούμενους ελέγχους, να συγκροτήσει επιτροπές χωρίς το πρόβλημα που εντόπισε το ΣτΕ και, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις, να υπάρξουν νέες άδειες. Αυτό όμως δεν διαγράφει το γεγονός ότι οι προηγούμενες ακυρώθηκαν. Ούτε επιτρέπει να βαφτιστεί η υπόθεση μια ασήμαντη διοικητική αστοχία επειδή πολιτικά συμφέρει να κλείσει γρήγορα.

Ο Αλέξης Τσίπρας, από την άλλη, μπορεί να εξηγήσει ότι η θέση του υπαγορεύεται από την ασφάλεια δικαίου, την ανάγκη προστασίας των φοιτητών και την πραγματικότητα που έχει ήδη δημιουργηθεί. Είναι ένα επιχείρημα που αξίζει να ακουστεί. Αλλά δεν μπορεί να απαιτεί ταυτόχρονα να μην κριθεί πολιτικά για το γεγονός ότι, ενώ επιχειρεί να χτίσει την εικόνα της μεγάλης εναλλακτικής απέναντι στον Μητσοτάκη, σε ένα από τα πιο συμβολικά πεδία της κυβερνητικής πολιτικής είπε ουσιαστικά πως η βασική κατεύθυνση θα παραμείνει και θα αλλάξει ο διαχειριστής και οι κανόνες.

Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στη ρήξη και στη διαχείριση. Και είναι δικαίωμα του Τσίπρα να επιλέξει τη δεύτερη, αν θεωρεί ότι αυτό επιβάλλει η πραγματικότητα. Είναι όμως δικαίωμα και του πολίτη να κρίνει πόσο πειστικά συμβιβάζεται αυτή η επιλογή με την υπόσχεση μιας βαθιάς πολιτικής αλλαγής.

Έτσι, η υπόθεση των τριών αδειών καταλήγει να γίνεται πολύ μεγαλύτερη από την τύχη τριών πανεπιστημιακών παραρτημάτων. Γίνεται καθρέφτης δύο διαφορετικών προβλημάτων πολιτικής αξιοπιστίας. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ζητά να την εμπιστευτούμε ότι ελέγχει αυστηρά, ενώ το ΣτΕ μόλις ακύρωσε πράξεις που εκδόθηκαν μέσα από αυτό το σύστημα ελέγχου. Ο Τσίπρας ζητά να τον εμπιστευτούμε ως διαφορετική εναλλακτική, ενώ είχε ήδη ξεκαθαρίσει ότι δεν σκοπεύει να ανατρέψει τη βασική κυβερνητική επιλογή αλλά να τη συνεχίσει με διαφορετικούς όρους.

Και ανάμεσά τους βρίσκεται η ίσως πιο υγιής εικόνα αυτής της υπόθεσης: ένας καθηγητής που επέμενε ότι οι κρατικές άδειες πρέπει να ελεγχθούν, μια επταμελής σύνθεση δικαστών που τις έλεγξε και ένα δικαστικό αποτέλεσμα που υπενθύμισε στην πολιτική εξουσία ότι η σφραγίδα της δεν είναι το τέλος της συζήτησης.

Ο Λαζαράτος έγραψε «Ο επιμένων νικά».

Στην πραγματικότητα, αν αυτή η υπόθεση αφήσει πίσω της κάτι θετικό, δεν θα είναι η προσωπική νίκη ενός ανθρώπου. Θα είναι η υπενθύμιση ότι ο επιμένων μπορεί ακόμη να αναγκάσει την εξουσία να λογοδοτήσει.

Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία για μια κυβέρνηση που θέλει να εμφανίζεται ως η κυβέρνηση των θεσμών και για έναν Τσίπρα που θέλει να εμφανίζεται ως η μεγάλη εναλλακτική της.

Τελικά, εκείνοι που άλλαξαν τα δεδομένα δεν ήταν ούτε το Μέγαρο Μαξίμου ούτε το νέο πολιτικό επιτελείο του πρώην πρωθυπουργού.

Ήταν εκείνοι που αρνήθηκαν να θεωρήσουν την κυβερνητική απόφαση τετελεσμένη.

Ήταν εκείνοι που ζήτησαν να εφαρμοστεί ο νόμος.

Και αυτή τη φορά, το Συμβούλιο της Επικρατείας τούς άκουσε.