Η μεγάλη ψαλίδα μεταξύ επιτοκίων καταθέσεων και δανείων, σε συνδυασμό με την αύξηση 20% των προμηθειών, στήριξε το πάρτι κερδοφορίας των τραπεζών, το οποίο, σύμφωνα με πληροφορίες, απολαμβάνει ασυλία από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Η πρόσφατη έκθεση του οίκου αξιολόγησης DBRS για το πρώτο εξάμηνο του 2026, που παρουσιάστηκε με ενθουσιασμό από κυβερνητικούς αξιωματούχους, τραπεζικούς παράγοντες και τα συστημικά μέσα ενημέρωσης, προσπαθεί να παρουσιάσει μια εικόνα σταθερότητας της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο, πίσω από αυτή την εικόνα κρύβεται η ζοφερή πραγματικότητα: η συστηματική αφαίμαξη της ελληνικής κοινωνίας για να εξασφαλιστούν τα κέρδη των τραπεζών.
Τα νούμερα, σύμφωνα με την έκθεση, είναι εντυπωσιακά: καθαρά κέρδη 2,4 δισ. ευρώ για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, ετήσια αύξηση κερδοφορίας 2%, απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) στο 12% και δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας CET1 στο 14,9%. Η ίδια η έκθεση της DBRS αποκαλύπτει τον μηχανισμό αυτής της τεχνητής ευημερίας, επιβεβαιώνοντας ότι η κερδοφορία στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στα καθαρά έσοδα από τόκους και στην ραγδαία αύξηση των εσόδων από προμήθειες, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 20% μέσα σε μόλις ένα έτος.
Οι ελληνικές τράπεζες δεν βγάζουν χρήματα επειδή χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία ή επειδή ρισκάρουν σε νέες αγορές. Βγάζουν δισεκατομμύρια επειδή δανείζουν πανάκριβα, αμείβουν τους καταθέτες με ψίχουλα και επιβάλλουν χαράτσια σε κάθε καθημερινή συναλλαγή, εκμεταλλευόμενες την παντελή απουσία εναλλακτικών επιλογών.
Η ψαλίδα μεταξύ των επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων έχει φτάσει σε ανήκεστα επίπεδα, καταγράφοντας μία από τις αιχμηρότερες αποκλίσεις σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ενώ στην ευρωζώνη τα επιτόκια καταθέσεων κυμαίνονται από 1,8% έως 2%, στην Ελλάδα οι τράπεζες προσφέρουν μόλις 0,3% με 0,5%. Στον αντίποδα, τα στεγαστικά δάνεια στην Ελλάδα επιβαρύνονται με επιτόκια 3,7% έως 4,5% (έναντι 3-3,3% στην Ευρώπη) και τα επιχειρηματικά δάνεια φτάνουν το δυσβάσταχτο 4,5% έως 6% (έναντι 3,5-4% στην ευρωζώνη).
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, φαίνεται να παρακολουθεί παθητικά αυτή την κατάσταση, περιορίζοντας τον ρόλο του σε ανούσιες «ευχές» και νουθεσίες προς τους τραπεζίτες για αύξηση των επιτοκίων καταθέσεων. Ο εποπτικός μηχανισμός παραμένει αμέτοχος, επιτρέποντας την απουσία ανταγωνισμού και μετατρέποντας την εποπτεία σε μια ουσιαστικά άδεια διαδικασία.
Το τραπεζικό σύστημα της χώρας ελέγχεται σε ποσοστό άνω του 90% από τέσσερις μόλις ομίλους: την Εθνική Τράπεζα, τη Eurobank, την Alpha Bank και την Τράπεζα Πειραιώς. Αυτή η συγκέντρωση έχει δημιουργήσει συνθήκες πλήρους ολιγοπωλίου. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού, παρά τις κραυγαλέες ενδείξεις και τα ασταμάτητα παράπονα πολιτών και επαγγελματιών, επιδεικνύει μια προκλητική αδράνεια, αποφεύγοντας εκτεταμένες έρευνες για πιθανές εναρμονισμένες πρακτικές.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, ενώ επαίρεται για την ανάπτυξη, καλύπτει πλήρως ένα μοντέλο τραπεζικής αισχροκέρδειας. Οι τράπεζες, οι οποίες ανακεφαλαιοποιήθηκαν επανειλημμένα με χρήματα των φορολογούμενων, λαμβάνουν κρατικές εγγυήσεις και προστατεύονται από ειδικούς μηχανισμούς, ενώ ταυτόχρονα διανέμουν αυξανόμενα μερίσματα στους μετόχους τους.
Επιπλέον, περίπου το 40% των βασικών εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών εξακολουθεί να αποτελείται από αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις, δηλαδή από κρατικές «λογιστικές διευκολύνσεις» που επιβαρύνουν τον δημόσιο προϋπολογισμό. Είναι καιρός να αποδοθούν ευθύνες. Η χρηματοπιστωτική σταθερότητα δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για την κερδοσκοπία. Η κυβέρνηση, ο διοικητής της ΤτΕ και η Επιτροπή Ανταγωνισμού οφείλουν να σταματήσουν να λειτουργούν ως θεματοφύλακες των τραπεζικών κερδών και να προστατεύσουν τους πολίτες και την εθνική οικονομία.