Ο αριθμός των νεκρών από τον ισχυρό σεισμό των 7,7 Ρίχτερ που έπληξε την Ινδονησία τα ξημερώματα του Σαββάτου έχει ανέλθει στους 38, ενώ οι κάτοικοι βρίσκονται σε σοκ. Ο σεισμός, που έγινε αισθητός σε όλη την Ανατολική Νούσα Τενγκάρα, τη Δυτική Νούσα Τενγκάρα και τμήματα του Νότιου Σουλαουέσι, προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές και έχει αναβιώσει μνήμες από την τραγωδία του 1992.
Σύμφωνα με όσα δήλωσε ο επικεφαλής της εθνικής υπηρεσίας διαχείρισης καταστροφών BNPB, «ο θάνατος 38 ανθρώπων έχει επιβεβαιωθεί, άλλοι δύο τραυματίστηκαν σοβαρά, 11 υπέστησαν ελαφρά τραύματα και περίπου 2.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν τις εστίες τους με δική τους πρωτοβουλία». Η σεισμική δόνηση σημειώθηκε στις 05:58 το πρωί ώρα Φλόρες -στις 00:58 ώρα Ελλάδας- στον θαλάσσιο χώρο βόρεια του νησιού. Το Αμερικανικό Γεωλογικό Ινστιτούτο USGS τοποθέτησε το επίκεντρο περίπου 68 χιλιόμετρα βόρεια-βορειοδυτικά της πόλης Έντε και υπολόγισε το εστιακό βάθος στα 10 χιλιόμετρα.
Η ινδονησιακή υπηρεσία μετεωρολογίας και γεωφυσικής BMKG προσδιόρισε το επίκεντρο περίπου 30 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του Μμπάι, στην περιφέρεια Ναγκέκεο, και το βάθος στα 15 χιλιόμετρα. Οι μικρές αυτές αποκλίσεις, όπως επισημαίνεται, είναι συνηθισμένες στις αρχικές αναλύσεις διαφορετικών σεισμολογικών δικτύων.
Η καταστροφή είναι εκτεταμένη. Στη Μαουμέρε, τη μεγαλύτερη πόλη της περιφέρειας Σίκα και ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Φλόρες, τμήμα κτιρίου στον λιμενικό σταθμό κατέρρευσε μέσα σε σύννεφο σκόνης. Βίντεο που επαληθεύτηκε από το Reuters καταγράφει ανθρώπους να τρέχουν πανικόβλητοι στους δρόμους, την ώρα που τμήματα της κατασκευής μετατρέπονται σε συντρίμμια. Κάτοικοι περιέγραψαν μια εξαιρετικά ισχυρή δόνηση, διάρκειας περίπου ενός λεπτού, ενώ σπίτια και δημόσια κτίρια υπέστησαν ρωγμές ή μερικές καταρρεύσεις.
Η προσέγγιση στις πληγείσες περιοχές δυσχεραίνεται από κατολισθήσεις που έχουν αποκλείσει οδικές προσβάσεις, ενώ οι διακοπές ρεύματος και οι βλάβες στα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα επιβραδύνουν τη διαβίβαση πληροφοριών. Η ινδονησιακή κυβέρνηση διέθεσε ελικόπτερο για τη μεταφορά προσωπικού, εφοδίων και τραυματιών, καθώς το δύσβατο ανάγλυφο και ο νησιωτικός χαρακτήρας της περιοχής περιορίζουν τις δυνατότητες χερσαίας πρόσβασης.
Μετά τον κύριο σεισμό ακολούθησε πυκνή μετασεισμική δραστηριότητα. Σύμφωνα με την BNPB, καταγράφηκαν δύο ισχυροί μετασεισμοί μεγέθους 6,2, στις 05:13 και στις 05:28 ώρα Τζακάρτας, και στη συνέχεια δονήσεις μεγέθους 5,6 και 5,5. Οι σεισμολόγοι προειδοποιούν ότι ισχυροί μετασεισμοί είναι αναμενόμενοι, αυξάνοντας τον κίνδυνο κατάρρευσης για κατασκευές που έχουν ήδη υποστεί βλάβες.
Το μικρό εστιακό βάθος συνέβαλε στην ένταση της δόνησης στην επιφάνεια. Η BMKG εκτίμησε ότι στις περιοχές Αεσέσα, Ριούνγκ και Μμπάι η ένταση έφθασε στο επίπεδο VII της κλίμακας Μερκάλι. Η εμπειρία της τραγωδίας του 1992, όταν σεισμός μεγέθους 7,5 προκάλεσε καταστροφικό τσουνάμι με τουλάχιστον 2.080 νεκρούς, εξηγεί την ταχύτητα με την οποία οι αρχές ενεργοποίησαν το σύστημα προειδοποίησης και οι κάτοικοι εγκατέλειψαν τις ακτές. Παρότι δεν καταγράφηκε τσουνάμι, ο σεισμός άφησε πίσω του ανθρώπινες απώλειες και κατεστραμμένα κτίρια.
Οι επιχειρήσεις διάσωσης συνεχίζονται, ενώ οι επικοινωνίες παραμένουν προβληματικές. Ο απολογισμός των θυμάτων θεωρείται προσωρινός και αναμένεται να αυξηθεί καθώς οι ομάδες προσεγγίζουν τις απομονωμένες κοινότητες της Φλόρες.